Για τα αίτια της καταστροφής στο Μάτι

του Πέτρου Πετρίδη

Με συνέντευξή του στο ΑΠΕ ο Γ.Γ. Γκολντάμερ Γερμανός καθηγητής «Οικολογίας των πυρκαγιών» τοποθετήθηκε σε σχέση με την φονική πυρκαγιά της 23ης Ιούλη και με τα αίτιά της. Η πολιτική σημασία αυτών που είπε ήταν ότι «απάλλασσε» την κυβέρνηση από τις ευθύνες της. Γι’ αυτό είναι αναγκαία μια θεμελιωμένη απάντηση πάνω στο θέμα των αιτίων της πυρκαγιάς και των συνεπειών της. Για να γίνει όμως αυτό πρέπει να ξεκινήσει κανείς από τα αίτια γενικά, δηλαδή να ξεκινήσει φιλοσοφικά.

Όχι μόνον οι φωτιές αλλά και όλα τα γεγονότα και φαινόμενα έχουν  αιτίες (αίτια). Τα αίτια δεν μπορούν να θεωρούνται ασυσχέτιστα από το σύνολο των συνθηκών κάτω από τις οποίες διαμορφώνεται και συντελείται ένα φαινόμενο. Υπάρχουν  φαινόμενα φυσικά και φαινόμενα κοινωνικά. Τα αίτια φαινομένων φυσικών είναι κατ’ αρχήν φυσικά. Όμως στον σημερινό κόσμο τα αίτια φυσικών φαινομένων που επιδρούν πάνω στην κοινωνική ζωή πρέπει να εξετάζονται και ως προς την επίδραση που αυτή η κοινωνική ζωή ενδεχόμενα ασκεί πάνω τους. Επίσης πρέπει να εξετάζονται και υπό το πρίσμα της δυνατότητας πρόβλεψης, αποτροπής ή αποτροπής των συνεπειών τους. Τα αίτια φαινομένων κοινωνικών είναι κατ’ αρχήν κοινωνικά. Τα αίτια φαινομένων κοινωνικών είτε φυσικών που συσχετίζονται με την κοινωνική ζωή  πρέπει να συνδέονται πάντα – αν δεν υπάρχει μια φυσική ή κοινωνική νομοτέλεια – με τον υποκειμενικό παράγοντα.

Καύση (φωτιά) είναι η ταχεία ένωση μιας χημικής ουσίας με το οξυγόνο. Είναι όμως κατ’ εξοχήν στον κόσμο που ζούμε, η ένωση του άνθρακα με το οξυγόνο. Αυτή αντιπροσωπεύει την θεμελιώδη αντίθεση, είναι η υλική-φυσική βάση του φαινομένου. Πως θα φαινόταν αν σ’ αυτήν την βάση αποδίδονταν η αιτία της φωτιάς και παραπέρα της τραγωδίας στο Μάτι; Θα φαινόταν σαν ανέκδοτο. Είναι όμως ακριβώς αυτή η λογική σε πιο ραφιναρισμένη μορφή, που πολλές φορές και πολλοί άνθρωποι χρησιμοποιούν για να εξηγήσουν ένα φαινόμενο και ακόμη περισσότερο όταν έχουν συμφέρον από αυτήν την «ερμηνεία».

Ας προχωρήσουμε τώρα κλιμακωτά και ας αναγνωρίσουμε μια σειρά από «αίτια» για το συμβάν.

– Ένωση του άνθρακα με το οξυγόνο.

– Ξηρό μεσογειακό κλίμα και πευκοδάση.

– Αλλαγή του κλίματος σε παγκόσμια κλίμακα με μεταβολή της δίαιτας των φαινομένων ανέμου, θερμοκρασίας, βροχής κλπ., λόγω φαινομένου του θερμοκηπίου, της μεγάλης μείωσης των δασών και άλλων αιτίων, αλλαγή του κλίματος σε τοπική κλίμακα λόγω ανθρωπογενών δραστηριοτήτων.

Ατομική ιδιοκτησία στην γη (ας σημειωθεί αυτό) και ιδιοποίηση της γης, ζήτηση για γη παραγωγική (βιομηχανική και αγροτική) και μη παραγωγική (επιχειρηματική-τουριστική, οικιστική, κερδοσκοπική), μίξη δασικών και οικιστικών χρήσεων, οικοπεδοφαγία, εμπρησμοί.

– Νομοθετικό πλαίσιο, νομιμοποίηση αυθαιρέτων, άναρχη πολεοδομική ανάπτυξη, κοινωνική στάση και συνείδηση απέναντι στο πρόβλημα.

Ας σταματήσουμε προς το παρόν εδώ.

Σε όλα αυτά τα «αίτια» εκτός από το πρώτο (απόλυτα) και από το δεύτερο (σχεδόν απόλυτα), υπεισέρχεται λιγότερο ή περισσότερο ο παράγοντας της κοινωνικής ζωής και σε κλιμακούμενο βαθμό ο υποκειμενικός παράγοντας (η συνειδητή δράση των ανθρώπων) στην γενική του μορφή. Η ξηρότητα του κλίματος είναι για τις μεσογειακές χώρες μια αντικειμενική συνθήκη. Για μια δοσμένη σημερινή κοινωνία (πχ. της Ελλάδας), η αλλαγή του κλίματος είναι αντικειμενική συνθήκη. Για το σημερινό κοινωνικό καθεστώς της Ελλάδας η ατομική ιδιοκτησία στην γη και τα συναφή αναφερόμενα φαινόμενα είναι απόλυτα ή σχετικά επίσης αντικειμενικές συνθήκες. Το νομοθετικό πλαίσιο, η νομιμοποίηση αυθαιρέτων  και η καταπάτηση δασικής γης, η ενθάρρυνσή τους από το κράτος σχετίζονται άμεσα με τον κοινωνικό παράγοντα (υποκείμενο), αλλά στις περιστάσεις μιας κυβέρνησης που αναλαμβάνει για πρώτη φορά την κυβερνητική εξουσία είναι και αυτά αντικειμενικές συνθήκες  (επειδή η συγκεκριμένη κυβέρνηση έχει κοντά 4 χρόνια στην θέση αυτή και έδρασε με τρόπο ανάλογο με τις προηγούμενες στο ζήτημα, αυτό ισχύει πολύ λιγότερο αλλά για λόγους διευκόλυνσης των συλλογισμών ας το αγνοήσουμε προς το παρόν).

Με δοσμένες όλες αυτές τις συνθήκες φυσικές και κοινωνικές και ακόμη την γενική φύση του κρατικού μηχανισμού (την οποία η κυβέρνηση αυτή κληρονόμησε και με μεγάλη προθυμία έκανε χρήση της – καμιά σκέψη να τον διαλύσει και να φτιάξει έναν άλλον στην θέση του), ήταν αναπόφευκτη η καταστροφή στο Μάτι; Αν ήταν αναπόφευκτη τότε ο υποκειμενικός παράγοντας – κυβέρνηση και ο καθοδηγούμενος από αυτήν κρατικός μηχανισμός δεν φέρουν καμιά ευθύνη. Αν δεν ήταν τότε υπάρχει ευθύνη. Με τον συλλογισμό αυτόν περνάμε από τα «αίτια» που δεν είναι πια αίτια αλλά υπόβαθρο αντικειμενικών συνθηκών, όροι υλικοί και ακόμη μη υλικοί, στην ευθύνη, που είναι ακριβώς η μορφή έκφρασης της αιτίας που αντιπροσωπεύει το υποκείμενο σε όλα τα φαινόμενα και γεγονότα που έχουν αρνητικό χαρακτήρα.

Αίτιο σε όλα τα κοινωνικά φαινόμενα και στις συνέπειες των φυσικών φαινομένων πάνω στην κοινωνική ζωή, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη νομοτέλεια, είναι η ενσυνείδητη δράση του υποκειμενικού παράγοντα. Όσο πιο δυσμενείς είναι αυτές οι συνθήκες – όροι τόσο πιο δύσκολο – αλλά όχι αδύνατο – είναι για τον υποκειμενικό παράγοντα να τις αντιμετωπίσει και να πετύχει τον σκοπό του. Στο πλαίσιο των σχετικά δυσμενών αντικειμενικών συνθηκών που περιλαμβάνει όλες τις φυσικές περιστάσεις και όλους τους κοινωνικούς όρους για τους οποίους η κυβέρνηση τίποτα δεν θα μπορούσε να κάνει, αίτιο της τραγωδίας δεν είναι κάποια από αυτές ή ορισμένες από αυτές ή όλες αυτές μαζί, είναι η έλλειψη προετοιμασίας και ακόμη αδιαφορίας του κρατικού μηχανισμού και της κυβέρνησης -στον βαθμό που υπεύθυνη για αυτήν είναι η κυβέρνηση- και ο τρόπος που αυτή καθοδήγησε την προσπάθεια αντιμετώπισης της φωτιάς γνωρίζοντας εκ των προτέρων αυτές τις συνθήκες.

Ας ξεκινήσουμε πάλι από την αρχή:

Η φωτιά σαν αποτέλεσμα της ένωσης του άνθρακα με το οξυγόνο.

Η φωτιά σαν συνέπεια του μεσογειακού κλίματος και της βλάστησης.

Η φωτιά σαν συνέπεια της κλιματικής αλλαγής.

Η φωτιά σαν προιόν της ατομικής ιδιοκτησίας και ιδιοποίησης της γης, της καταπάτησης δασικών εκτάσεων, των οικιστικών χρήσεων μέσα σε δασικές εκτάσεις, της νομοθεσίας και της αυθαίρετης δόμησης μέχρι και του σημείου στέρησης της πρόσβασης προς την θάλασσα. Η αλλαγή χρήσης γης και πιο συγκεκριμένα η μικτή χρήση γης είναι ταυτόχρονα παραγωγός και υποδοχέας της φωτιάς.

Η φωτιά σαν συνέπεια εμπρησμού με αίτια που πάλι σχετίζονται με το καθεστώς της γης αλλά και της ατιμωρησίας και συγκάλυψης των εμπρηστών.

Η φωτιά σαν συνέπεια της έλλειψης κοινωνικής συνείδησης σε σχέση με δόμηση, καταπατήσεις, νομοθεσία, εμπρησμούς, εγκληματική αμέλεια και αδιαφορία (απορρίματα, τσιγάρα κα), ενεργή συμβολή στην αντιμετώπισή της.

Η εξάπλωση της φωτιάς σαν συνέπεια του αποικιοκρατικού ελέγχου των δανειστών και των μνημονίων που επιβάλλονται από αυτούς και της αδιαφορίας της αστικής τάξης και των κυβερνήσεών της (απουσία υλικοτεχνικού εξοπλισμού και προσωπικού σύμφωνα με τις ανάγκες της χώρας).

Η φωτιά και οι συνέπειές της σαν αποτέλεσμα  του πλημμελούς ελέγχου και λειτουργικών ανεπαρκειών (περιπολίες, μπλόκα, περισυλλογή ξερών κλαδιών και χόρτων και γενικά της καύσιμης ύλης από τους Δήμους κα, δυσλειτουργία ή και κατάργηση υπηρεσιών).

Η εξάπλωση της φωτιάς σαν συνέπεια της έλλειψης αντιπυρικών ζωνών.

Η εξάπλωση της φωτιάς σαν συνέπεια της απουσίας εφαρμόσιμου σχεδίου πολιτικής προστασίας και οργάνωσης και προετοιμασίας του κόσμου βάσει ενός τέτοιου σχεδίου (εκπαίδευση, δοκιμές κλπ.), ή ύπαρξης και μη εφαρμογής του.

Η εξάπλωση της φωτιάς σαν συνέπεια της γραφειοκρατίας, της σύγχυσης αρμοδιοτήτων, της αδράνειας και της αποφυγής ανάληψης ευθυνών. Της απουσίας ενός κέντρου συγκεντρωτικής καθοδήγησης.

Η κατάληξη της φωτιάς σαν συνέπεια της μη έγκαιρης προειδοποίησης σε χρόνο που θα μπορούσαν να αποφευχθούν ανθρώπινες απώλειες.

Η κυβέρνηση από όλους αυτούς τους παράγοντες «αίτια» διαλέγει εκείνους που την απαλλάσσουν ή νομίζει πως την απαλλάσσουν ή την απαλλάσσουν στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό.

Η κλιματική αλλαγή παίζει για πολλούς σήμερα τον ρόλο της Τύχης ή του Θεού. Την χρησιμοποιούν σαν δικαιολογία αλλά χωρίς να έχουν σκοπό να την πάρουν σοβαρά υπ’ όψη. Αποτυγχάνοντας αυτοί να προβλέψουν είτε να αποτρέψουν ένα συμβάν αποδίδουν σ’ αυτήν τις συμφορές που συντελούνται. Αλλά όσο είναι ανόητο και απαράδεκτο ορισμένοι να μην παραδέχονται την ύπαρξη κλιματικής αλλαγής άλλο τόσο είναι απαράδεκτο και καιροσκοπικό να φορτώνει κανείς σ’ αυτήν την δική του ανικανότητα και αποτυχία.

Η κυβέρνηση και όλες οι καθοδηγημένες από αυτήν πηγές παρουσίασαν τις φυσικές συνθήκες που επικρατούσαν την μέρα της φωτιάς σαν «ακραίο καιρικό φαινόμενο» χωρίς κάτι τέτοιο να τεκμηριώνεται. Με βάση τα στοιχεία της ΕΜΥ ήταν ο ισχυρότερος άνεμος που έχει καταγραφεί με μέτρηση όχι στην θάλασσα αλλά στην ξηρά. Η περίοδος καταγραφής είναι μόνον οκτώ χρόνια, περίοδος πολύ μικρή για στατιστική επεξεργασία και συμπεράσματα. Η ταχύτητα του ανέμου δόθηκε σαν 120 χλμ την ώρα αλλά αυτή ήταν η ταχύτητα της ξαφνικής επιτάχυνσης (ριπής ανέμου ή gust) και όχι της ταχύτητας της διαρκούς πνοής. Και επειδή πρέπει να συγκρίνονται όμοια πράγματα η μέση ταχύτητα του ανέμου ήταν 60 – 65 χλμ την ώρα. Μάλιστα σύμφωνα με το Εθνικό Αστεροσκοπείο το μέγιστο της ριπής ανέμου, 124 χλμ την ώρα, καταγράφτηκε στην Πάρνηθα ενώ στην  Πεντέλη απ’ όπου ξεκίνησε η φονική πυρκαιά  το μέγιστο της ριπής ανέμου ήταν 95 χλμ την ώρα που αντιστοιχεί στο μέσο περίπου του διαστήματος που στην κλίμακα Μποφόρ έχει την τιμή 10 (και όχι 11 ή 12). Καμιά άλλη συνθήκη δεν ήταν ιδιαίτερα δυσμενής. Η διάρκεια πνοής των ανέμων και μάλιστα ειδικά του πολύ ισχυρού ανέμου ήταν σχετικά μικρή / πολύ μικρή σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις στο παρελθόν που μπορεί να ήταν πολλές μέρες. Η ξηρότητα στο έδαφος δεν ήταν τόσο μεγάλη γιατί είχαν προηγηθεί αρκετές βροχές όπως και ακολούθησαν. Η μέγιστη θερμοκρασία ήταν 38ο C  στο κέντρο της Αθήνας και μόνον για μία μέρα σε αντίθεση με άλλες χρονιές όπως η περυσινή με πιο υψηλές θερμοκρασίες με μεγάλη χρονική διάρκεια (σχεδόν 1 μήνα). Στην φωτιά του 2007 που έκαψε την Πάρνηθα η θερμοκρασία εκείνη την μέρα είχε φτάσει τους 47ο C.  Τέλος οι ταυτόχρονες εστίες των πυρκαγιών στην χώρα ήταν ελάχιστες (2 και μια μικρή στην Αττική) με όχι μεγάλα μέτωπα, σε αντίθεση με κάποιες άλλες χρονιές που ήταν δεκάδες με πολλές και εκτός Αττικής και με ορισμένες με μεγάλα μέτωπα. Αυτό έχει σημασία γιατί πολλές εστίες σημαίνουν διασπορά των πυροσβεστικών δυνάμεων στο έδαφος και εναέριων μέσων.

Όμως η κυβέρνηση αυτή δεν λέει ότι και η ίδια νομιμοποιεί αυθαίρετα έναντι αντιτίμου, πως έχει φτιάξει νόμο που ενθαρρύνει τις καταπατήσεις, ότι αποδέχεται την μικτή χρήση, ότι δεν έχει κατεδαφίσει χιλιάδες αυθαίρετα για τα οποία η απόφαση κατεδάφισής τους έχει τελεσιδικίσει.

Δεν λέει ότι διατηρεί το καθεστώς της ατιμωρησίας των εμπρηστών και ακόμη περισσότερο των ηθικών αυτουργών και θυμάται τους εμπρησμούς (όπως και οι προηγούμενες κυβερνήσεις), μόνον στιγμιαία για αντιπερισπασμό της προσοχής της κοινής γνώμης.

Δεν λέει ότι ακολουθεί στην οικονομική πολιτική κατά γράμμα τα μνημόνια και τις έξωθεν υποδείξεις, και ότι δεν προχώρησε χωρίς καμιά τέτοια έγκριση (αλλά ούτε έσπευσε να βρει ισοδύναμα), στην αναβάθμιση των αντιπυρικών μέσων και την στελέχωση των συναφών υπηρεσιών σύμφωνα με τις ανάγκες. Δεν τόλμησε καν να θίξει το ζήτημα αυτών των ελλείψεων σε σχέση με την δραστική περικοπή των εξόδων για να μαζεύονται πλεονάσματα (κάποιες ευρωπαικές εφημερίδες το έθιξαν). Είναι χαρακτηριστικό ότι ο αριθμός των πυροσβεστικών αεροπλάνων και ελικοπτέρων είναι πολύ μικρός σε σχέση με αυτές τις ανάγκες, η παλαιότητά τους μεγάλη, η αδυναμία τους για πτήσεις με ισχυρό άνεμο ή νυκτερινές δεδομένη. Σύμφωνα με μελέτη της Πυροσβεστικής το 2007 μετά τις φωτιές προτεινόταν η αγορά 37–39 πυροσβεστικών αεροπλάνων από τα οποία 2-4 μεγάλα ικανότητας μεταφοράς 12 τόνων νερού (Βeriev 200). Δεν προχώρησε ούτε στο μέτρο ενοικίασης μεγάλων πυροσβεστικών αεροπλάνων που κάνουν αποτελεσματική κατάσβεση. Στο παρελθόν δύο φορές το 1998 και το 2007 είχαν συμμετάσχει στην κατάσβεση μεγάλα έως πολύ μεγάλα ρωσικά πυροσβεστικά αεροπλάνα). Τα Beriev 200 έχουν την δυνατότητα να πετούν και την νύκτα.  Είναι επίσης γνωστή η ύπαρξη συστημάτων υψηλής τεχνολογίας θερμικού και οπτικού εντοπισμού και άμεσης προειδοποίησης εστιών φωτιάς στην γένεσή τους. Ένα τέτοιο σύστημα εγκατεστημένο που να λειτουργεί σε πανελλαδική κλίμακα δεν υπάρχει ακόμη.

Δεν λέει γιατί δεν υπήρχαν προληπτικά δυνάμεις της Πυροσβεστικής στην λεωφόρο Μαραθώνος όπως συνέβαινε άλλες χρονιές και γιατί αυτή αντί να θεωρείται φράγμα ανάσχεσης της φωτιάς δεν μετατράπηκε σε πραγματικό φράγμα με εκ των προτέρων αποψίλωση δύο λωρίδων επαρκούς πλάτους ένθεν και ένθεν.

Δεν προσδιορίζει  τις ευθύνες των υπηρεσιών του κρατικού μηχανισμού, των Δήμων  και της Περιφέρειας και άλλων θεσμών. Αντικαθιστά ωστόσο ορισμένους επικεφαλής ενώ αφήνει κάποιες από αυτές να φορτώνουν το φταίξιμο σε άλλες!

Δεν λέει τι δεν πήγε καλά με το σχέδιο πολιτικής προστασίας αν και διαλύει την Πολιτική Προστασία για  να φτιάξει στην θέση την λεγόμενη «Εθνική Υπηρεσία Διαχείρισης Έκτακτων Αναγκών». Υποστηρίζει ότι δεν ήταν δυνατό να γίνει οργανωμένη εκκένωση «20000 ανθρώπων» γιατί αυτό δεν έγινε τάχα πουθενά στον κόσμο και σ΄ αυτό την συνδράμει καλά ο κ. καθηγητής. Στην ερώτηση πως έγινε αυτή στις κατασκηνώσεις του Α. Ανδρέα η κυβερνητική απάντηση είναι ότι η περίπτωση είναι πολύ διαφορετική γιατί εκεί οι υπεύθυνοι για την εκκένωση ήταν ήδη μέσα, ήξεραν τι ακριβώς θα κάνουν και ο αριθμός των παιδιών ήταν πολύ μικρότερος (1400 περίπου). Σ΄ αυτό το σημείο φαίνεται πόσο η Πολιτική Προστασία είναι μια χάρτινη δομή. Και πόσο αδιανόητο είναι για την «κυβέρνηση της Αριστεράς» να οργανώσει και να κινητοποιήσει τον κόσμο ακόμη και για την αντιμετώπιση μιας φυσικής καταστροφής. Φυσικά αυτό είναι εξίσου αδιανόητο για όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις. Ο κρατικός μηχανισμός  είναι εχθρικός ή αδιάφορος προς τον λαό. Υπάρχει κυρίως για να καταστέλλει το λαϊκό κίνημα με την βία και για να οργανώνει την φοροληστεία του. Φυσικά αυτό θα έλεγε κανείς ισχύει για όλες τις χώρες όπου κυριαρχεί το κεφάλαιο αλλά η αντιμετώπιση των φυσικών καταστροφών δεν είναι παντού ίδια. Αυτό ισχύει, γιατί ο ντόπιος κρατικός μηχανισμός δεν έχει μόνον ένα γενικό αλλά και ένα ειδικό γνώρισμα. Είναι καθυστερημένος, στις μη κατασταλτικές και αρπακτικές δοσοληψίες του με τον λαό ανοργάνωτος, ανεπαρκής, βραδυκίνητος, γραφειοκρατικός μέχρι βλακείας και τέτοιος παραμένει εδώ και σχεδόν 40 χρόνια μετά την είσοδο στην ΕΟΚ-ΕΕ που δήθεν θα μας «έφτιαχνε κράτος». Όμως ο κόσμος μπορεί να οργανωθεί βάσει ενός σχεδίου για την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών και αν αυτό δεν το κάνει η «πολιτική προστασία» του κράτους μπορούν σε τοπικό επίπεδο και στοιχειωδώς να το κάνουν οι δήμοι ή να το κάνει με αυτοοργάνωση ο πληθυσμός από τα κάτω. Το πόσο λαθεμένος και ανόητος είναι ο ισχυρισμός ότι δεν θα μπορούσε να γίνει εκκένωση κλίμακας βάσει σχεδίου φαίνεται από το γεγονός ότι εκκένωση άνευ σχεδίου έγινε τελικά και εν μέσω πανικού. Από το σύνολο των πολιτών και ξένων που βρίσκονταν εκεί το απόγευμα της Δευτέρας και το σπίτι ή και η ζωή τους απειλήθηκε, ή έκριναν ότι απειλήθηκε, η μεγάλη πλειοψηφία και παρά τις δυσμενείς συνθήκες ως προς την δυνατότητα άμεσης διόδου προς την θάλασσα και το υψόμετρο του προς την θάλασσα μετώπου σε ένα ορισμένο τμήμα του, κατάφερε να σωθεί. Αυτός ο αριθμός, μιλώντας για το Μάτι, δεν ήταν βέβαια 20.000 αλλά πολύ μικρότερος. Με 1.200 που συγκεντρώθηκαν στην παραλία, υποθέτοντας και κάποιες εκατοντάδες που πρόλαβαν να διαφύγουν από ξηράς και ακόμη αυτούς που δεν πρόλαβαν (νεκρούς και τραυματίες, γύρω στους 250) ο αριθμός φτάνει το πολύ στις 2000. Δηλαδή ένα ποσοστό της τάξης του 88 % κοντά στο 90% γλύτωσε ενώ ένα ποσοστό 12% κοντά στο 10% υπέστη τραύματα, εγκαύματα ή πέθανε. Αν κάποιος ισχυρισθεί ότι ο πληθυσμός αναφοράς (που απειλήθηκε η ζωή του) ήταν μεγαλύτερος τότε αυτό σημαίνει ότι ένα ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό κατάφερε να διαφύγει και ένα ακόμη μικρότερο δεν μπόρεσε, εκτός αν ακόμη και τώρα υπάρχουν σε μεγάλο αριθμό νεκροί και τραυματίες που τους κρύβουν! Πως λοιπόν με έγκαιρη προειδοποίηση και βάσει σχεδίου δεν θα μπορούσαν πολύ περισσότεροι άνθρωποι ή και όλοι να σωθούν; Αν υποτεθεί τώρα ότι υπήρχε και εφαρμοζόταν ένα σχέδιο προστασίας του πληθυσμού έγκαιρα και στην βάση της αβεβαιότητας για την κατεύθυνση της φωτιάς έπρεπε ένας σημαντικά μεγαλύτερος αριθμός ανθρώπων να μετακινηθεί, η φυσική διαμόρφωση της ζώνης κινδύνου είχε ένα μεγάλο πλεονέκτημα: την γειτνίαση με την θάλασσα, φυσικό όριο της φωτιάς (αυτό ταυτόχρονα δείχνει τι περίμενε τον κόσμο αν δεν υπήρχε αυτό το όριο). Η κίνηση -από ένα σημείο και κάτω- δεν έπρεπε να γίνει γενικά με αυτοκίνητα αλλά με τα πόδια. Θα αποφεύγονταν έτσι σημεία στένωσης της κυκλοφορίας ενώ η κατά μήκος της ζώνης -μήκος που μπορούμε να υποθέσουμε πως θα ήταν αρκετά μεγαλύτερο από την παραλία στο Μάτι- κατευθείαν πρόσβαση στην θάλασσα, εξασφάλιζε ότι η εκκένωση ενός πολύ μεγαλύτερου σε μέγεθος πληθυσμού δεν θα επηρέαζε καθόλου τον απαιτούμενο χρόνο διαφυγής ο οποίος δεν θα ήταν αύξουσα συνάρτηση του αριθμού των μετακινουμένων αλλά σταθερός καθοριζόμενος από την μέγιστη απόσταση προς την θάλασσα και την μέση ταχύτητα μετακίνησης. Να λοιπόν πώς, στο θέμα αυτό, ο κ. καθηγητής, ενάντια στην λογική και στην επιστήμη, συνδράμει την κυβέρνηση.

Τελευταίο σημείο προς εξέταση: οι χρόνοι.

Στις 16.49 η Πυροσβεστική ενημερώνεται για φωτιά στην περιοχή του Νταού Πεντέλης. Δίνεται εντολή σε εναέρια και χερσαία μέσα της Πυροσβεστικής και των γύρω Δήμων να σπεύσουν προς το μέτωπο της πυρκαγιάς. Γίνεται εκκένωση των παιδικών κατασκηνώσεων στον Άγιο Ανδρέα, γεγονός που αποδεικνύει ότι υπήρχε εκτίμηση ή έστω φόβος για την πιθανή πορεία και την μη επιτυχή ανάσχεση της φωτιάς.

Στις 17.20  στην περιοχή πνέουν πολύ ισχυροί άνεμοι και η φωτιά κινείται με μεγάλη ταχύτητα προς τον Νέο Βουτζά. Φτάνει στο Λείριο Ίδρυμα που εκκενώνεται. Στις 17.30 μπαίνει στις ρεματιές όπου υπάρχει καύσιμη ύλη και γρήγορα φτάνει στον οικισμό, ενώ ένα άλλο μέτωπό της κατευθύνεται προς το Μάτι. Κάτοικοι εγκαταλείπουν τα σπίτια τους και απομακρύνονται μέσω της λεωφόρου Μαραθώνος. Αρκετοί  εγκλωβίζονται και διασώζονται από πυροσβέστες.

Στις 18.13 διακόπτεται η κυκλοφορία στη λεωφόρο Μαραθώνος για τα  οχήματα που κινούνται προς το μέτωπο της πυρκαγιάς.

Στις 18.22 οι φλόγες διασχίζουν τη λεωφόρο Μαραθώνος στο ύψος της συμβολής με την οδό Κυανής Ακτής και κατεβαίνουν προς το Μάτι.

Στις 18.40 η φωτιά έχει φτάσει στην θάλασσα.

Η από θάλασσα περισυλλογή και διάσωση αρχίζει μετά τις 21.00 δηλαδή 2,5 ώρες μετά αφού το Μάτι  έχει καεί.

Φαίνεται καθαρά ότι ήδη στις 17.00 ή έστω στις 17.30 (εκκένωση Λύρειου Ιδρύματος), μπορούσε και έπρεπε να έχει αποφασιστεί και ανακοινωθεί η εκκένωση των παραθαλάσσιων οικισμών. Η εκκένωση δεν χρειαζόταν καν να διεξαχθεί από τον απόντα κρατικό μηχανισμό. Μόνον η ειδοποίηση χρειαζόταν. Αυτή όμως δεν ανακοινώθηκε ούτε στις πεντέμισυ ούτε στις έξη. Δεν ανακοινώθηκε ποτέ.

Να γιατί λοιπόν η κυβέρνηση διέπραξε την αθλιότητα να παίξει θέατρο μπροστά στον κόσμο υποκρινόμενη ότι δεν γνώριζε ακόμη για νεκρούς και για την έκταση της καταστροφής. Για να κερδίσει χρόνο και να προετοιμάσει την άμυνά της.

Αυτή είναι η Ελλάδα, όπως θάλεγε και ένας μεγάλος «εκσυγχρονιστής» του πρόσφατου παρελθόντος. Ναι, αυτή είναι η Ελλάδα της αστικής μας τάξης και των ξένων πατρώνων της, των πολιτικών εκπροσώπων της και του πολιτικού υποκόσμου της. Και ακόμη της κατάστασης που αυτοί έχουν δημιουργήσει στον λαό ή και της κατάντιας ορισμένων μερίδων του (λαϊκή βάση της Χρυσής Αυγής, δήμαρχοι σαν τον Ψινάκη, και τον Γκλέτσο, και τους μονίμως ποινικά υπόδικους Μαρινάκη και Μπέο). Για το λαϊκό κίνημα και αυτή η σημερινή κυβέρνηση -σαν αντανάκλαση της κοινωνικής κατάστασης και του βαθμού πολιτικής συνείδησης του λαού- είναι «αντικειμενική συνθήκη». Υποκειμενικός παράγοντας είναι εδώ το συνειδητό λαϊκό κίνημα με σωστή καθοδήγηση και αίτιο της σημερινής κατάστασης η αδυναμία του να συγκροτηθεί σαν τέτοιο, να υπάρξει και να δράσει.

Επιστρέφοντας στο θέμα, επί της ουσίας πολλά από αυτά που είπε ο καθηγητής  Γ.Γ.Γκολντάμερ για την ανάγκη να ληφθεί υπ’ όψη η κλιματική αλλαγή, για την πολεοδομική οργάνωση, την αλλαγή χρήσης γης και την εγκατάλειψη της υπαίθρου είναι σωστά. Αλλά η συνέντευξή του στο ΑΠΕ λίγες μέρες μετά την πυρκαγιά έγινε προφανώς με προσυνεννόηση. Η ουσιώδης σύνδεση του συμβάντος και μάλιστα σε μια χρονιά που δεν σημειώθηκαν καύσωνες στην χώρα και ούτε συγκριτικά παρατεταμένη πνοή ανέμων το καλοκαίρι, με την κλιματική αλλαγή – σαν να δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς αυτήν και σαν να μην έχουν γίνει χιλιάδες πυρκαγιές από το 1974 μέχρι σήμερα, άλλες από εμπρησμό αλλά οι περισσότερες όχι, δηλαδή από τότε που οι συνέπειες και τα μετρήσιμα μεγέθη της αλλαγής στο παγκόσμιο κλίμα δεν είχαν ακόμη αναδειχθεί ή και δεν είχαν γίνει αντιληπτά γιατί ήταν πολύ μικρά, ενώ κανείς στην Ελλάδα δεν μιλούσε τότε γι’ αυτήν, υπηρετούσε μια σκοπιμότητα. Η δήθεν αντικειμενική αδυναμία των μέσων κατάσβεσης να αντιμετωπίσουν μια τέτοια φωτιά – δηλαδή είτε είχαμε 10 φορές περισσότερο προσωπικό,  σύγχρονα αεροσκάφη και άλλα πυροσβεστικά μέσα,  όπως και χρειάζεται, θα ήταν το ίδιο, και η «αδυναμία» εκκένωσης σε μικρό χρονικό διάστημα, για την οποία έγινε αναλυτική αναφορά και αντίκρουση, ήταν απαντήσεις που υπηρετούσαν την ίδια σκοπιμότητα. Και πως θα μπορούσε να ήταν αλλιώς όταν ο ίδιος καθηγητής έχει κληθεί από την κυβέρνηση για να συγκροτήσει και ηγηθεί  επιτροπής διερεύνησης των αιτίων της τραγωδίας; Και ο ίδιος που έρχεται όπως είπε στην Ελλάδα από το 1985 και έχει μάλιστα συντάξει σε συνεργασία με Έλληνες επιστήμονες «κατευθυντήριες γραμμές» τι συμπέρασμα έχει βγάλει για την αντιμετώπιση από το κράτος και την πολιτική των κυβερνήσεων συμπεριλαμβανομένης και της σημερινής, στο ζήτημα των πυρκαγιών;

Η βασική αιτία της πυρκαγιάς στο Μάτι όπως και γενικά των πυρκαγιών (σε συνθήκες σαν της Ελλάδας), ήταν η αλλαγή του φυσικού τοπίου και η αλλαγή χρήσης γης δήλωσε ο Γκολντάμερ. Αυτό φαίνεται να είναι πολύ λογικό και επιστημονικό αλλά – μιλώντας κατ’ αρχήν για το Μάτι – γιατί να μην είναι η κλιματική αλλαγή (την οποία ο ίδιος θεωρεί βασική παράμετρο, ενώ ο Τσίπρας αυτήν αναγόρευσε σε βασική αιτία); Γιατί να μην είναι η ξηρότητα του κλίματος και ο τύπος της βλάστησης; Γιατί να μην είναι η ίδια η ατομική ιδιοκτησία στη γη και η ιδιοποίηση της γης που είναι η βάση πάνω στην οποία συντελείται η αλλαγή χρήσης; Γιατί να μην είναι η ανοχή και ενθάρρυνση από τις κυβερνήσεις και το κράτος αυτής της αλλαγής χρήσης και ειδικά της μικτής χρήσης (που εκφράζεται και με νόμους) κοκ; Εδώ πρόκειται όπως είδαμε για τους υλικούς όρους, φυσικούς (μη ανθρωπογενείς και ανθρωπογενείς) και κοινωνικούς, και ακόμη μη υλικούς (κοινωνικοί συνείδηση), που κάνουν σε κλίμακα πολύ πιθανή ή και αναπόφευκτη την εκδήλωση και διάδοση μιας φωτιάς. Όμως εν προκειμένω το κύριο ζήτημα δεν είναι η ίδια η εκδήλωση της φωτιάς αλλά γιατί μπόρεσε να πάρει τέτοιες διαστάσεις και να έχει τέτοιες θανατηφόρες συνέπειες. Η μη αποτροπή των συνεπειών είναι στο επίκεντρο σήμερα. Η αλλαγή χρήσης γης, στο Μάτι αλλά μάλλον και στο σημείο εκκίνησής της, δεν ήταν παραγωγός της φωτιάς (γιατί αυτή δεν ξεκίνησε εξ’ αιτίας της) αλλά μόνον υποδοχέας της (στον Ν. Βουτζά και στο Μάτι).  Οι φυσικοί παράγοντες που διευκόλυναν στο να συμβεί αυτό ήταν οι δυσμενείς φυσικές συνθήκες αλλά το άμεσο αίτιο ήταν το πώς έδρασε ο υποκειμενικός παράγοντας, συγκεκριμένα ο μηχανισμός και η καθοδήγησή του που ήταν επιφορτισμένοι με την «πολιτική προστασία». Κάποιοι  από τους υλικούς όρους (όπως η έλλειψη υποδομής και τεχνικών μέσων) βαρύνουν επίσης και αποκλειστικά τον ίδιο υποκειμενικό παράγοντα. Σε γενική κλίμακα τώρα (που σημαίνει για έναν μεγάλο αριθμό πυρκαγιών αλλά όχι για το σύνολο ή για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση) και σε παρελθόντα χρόνο, αυτή η συγκεκριμένη αλλαγή χρήσης γης που έχει σαν προυπόθεσή της την ατομική ιδιοκτησία στην γη ήταν πράγματι ένα βασικό εν δυνάμει αίτιο πυρκαγιών αλλά στην κλίμακα αυτήν και σε παρελθόντα χρόνο δεν ήταν αντικειμενική συνθήκη όπως είναι σήμερα, αλλά δρων παράγων, μορφή έκφρασης του κοινωνικού υποκειμενικού παράγοντα. Και υπάρχει μια ουσιώδης διασύνδεση ανάμεσα στα δυο. Ο ίδιος μηχανισμός και τα συμφέροντα που έκφραζε όταν επέτρεπε και ενθάρρυνε αυτήν την αλλαγή χρήσης της γης είναι αυτός που είναι ανίκανος να αποτρέψει τις χειρότερες, τις θανατηφόρες συνέπειές της.