Κριτική στις Προγραμματικές Θέσεις του Πράσινου Κινήματος (ΠΚ)

Η κριτική αυτή αφορά άμεσα έναν πολιτικό σχηματισμό του χώρου της οικολογίας που στις εκλογές της 21 του Μάη πήρε ένα ποσοστό ψήφων λίγο πάνω από 0,3%. Ωστόσο ο χώρος της οικολογίας έχει ένα ευρύτερο εκλογικό σώμα και η ίδια η οικολογία πολύ ευρύτερη απήχηση, αφού όλα τα κόμματα ή σχεδόν όλα (της Χρυσής Αυγής μη εξαιρουμένης όταν κατέβαινε στις εκλογές), αφιερώνουν κάποιο μέρος των θέσεών τους και του εκλογικού τους προγράμματος στα περιβαλλοντικά ζητήματα ή και έχουν ιδιαίτερο τμήμα τους που ασχολείται με αυτά. Όλα προσπαθούν να δείξουν ενδιαφέρον ή «ευαισθησία» για το φυσικό  περιβάλλον. Εξίσου σημαντικό όμως είναι το γεγονός ότι οι οικολογικές – φιλοπεριβαλλοντικές οργανώσεις και σχηματισμοί που συμμετέχουν στις εκλογές παίρνουν  αναγκαστικά θέση και για μια σειρά άλλα ζητήματα που μπορεί να έχουν μικρή ή και καθόλου άμεση σχέση ή και απλά σχέση με το περιβάλλον. Οι θέσεις αυτές λοιπόν όπως θα δούμε και παρακάτω και σε αντίθεση με το συνήθως χαμηλό ή πολύ χαμηλό σχετικά εκλογικό ποσοστό τους, όχι μόνον έχουν ευρύτερη απήχηση από τους ίδιους αυτούς τους σχηματισμούς αλλά ούσες αστικές, δεξιές και αντιδραστικές, είναι πλειοψηφικές στην σημερινή ελληνική κοινωνία. Αυτό μπορεί να κάνει κατανοητό γιατί πρέπει να αφιερωθεί χρόνος και κόπος στην κριτική και αντίκρουσή τους. Στον βαθμό που δεν το κάνει, θα το κάνει αυτό που ακολουθεί. Σε κάθε περίπτωση η κριτική στοχεύει και οφείλει να στοχεύει σε ιδέες και τις πρακτικές που απορρέουν από αυτές και όχι σε εκλογικά ποσοστά. Και είναι οι ιδέες και η κυριαρχία τους που για δοσμένη υλική – οικονομική βάση καθορίζουν και τα εκλογικά ποσοστά – όσο και όταν υπάρχουν εκλογές – και όχι το αντίστροφο.               

 

Η εδώ κριτική γίνεται στο κείμενο που τιτλοφορείται «Πράσινο Εναλλακτικό Πρόγραμμα Διακυβέρνησης, 100 Σημεία Προγραμματικής Σύγκλισης», όπου θα αναφερόμαστε σε αυτό σαν «προγραμματικές θέσεις» ή απλά «Θέσεις» και είναι στην ουσία το αναλυτικό εκλογικό του πρόγραμμα. Εννοείται ότι παρακάτω μόνο συγκεκριμένες πτυχές των προγραμματικών θέσεων που κρίνονται σαν οι πιο σημαντικές παρουσιάζονται και γίνονται αντικείμενο κριτικής.

 

Παραγωγή και οικονομία

Αν και το κείμενο των προγραμματικών θέσεων είναι σχετικά εκτεταμένο, στην «Παραγωγική ανασυγκρότηση» δεν μιλάει καθόλου για την βιομηχανία χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει βασισμένη στα πόδια της οικονομική ανάπτυξη. Συγχρόνως αποδέχεται τον επιβλημένο από τον διεθνή καπιταλισμό παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας όπου άλλες χώρες θα παράγουν αγροτικά προϊόντα ή «υπηρεσίες» και άλλες βιομηχανικά, περιλαμβανομένων των προϊόντων της βαριάς βιομηχανίας. Λέγοντας: «εμείς θέλουμε η Ελλάδα να είναι ένα μεγάλο βιολογικό περιβόλι. Να δώσουμε έμφαση στα ποιοτικά μας χαρακτηριστικά και όχι στα ποσοτικά, που εξάλλου είναι δύσκολο να ανταγωνιστούμε άλλες πολύ μεγαλύτερες χώρες, στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία», εκφράζει ακριβώς αυτό, αποδοχή της καπιταλιστικής – παγκοσμιοποίησης λόγω της οποίας δεν μπορούμε να ανταγωνιστούμε πολύ μεγαλύτερες χώρες (δεν έχει στο νου αυτοδύναμη οικονομική ανάπτυξη, παραγωγή για την εσωτερική κυρίως αγορά αλλά μόνο το διεθνές εμπόριο) και η φιλοδοξία του ΠΚ είναι να γίνουμε «μεγάλο βιολογικό περιβόλι» για τις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες. Παρότι βάζει στο επίκεντρο της οικονομικής δραστηριότητας την γεωργία, δεν μιλάει για την αυτοδύναμη σε εθνική βάση ανάπτυξή της, να παράγουμε βασικά ήδη διατροφής που παλιά ήμασταν αυτάρκεις ενώ σήμερα τα εισάγουμε από το εξωτερικό, ελέω παγκοσμιοποίησης και ειδικότερα ελέω Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Οι Θέσεις είναι υπέρ της δράσης του ιδιωτικού κεφαλαίου (με την έμφαση στα λόγια στις «μικρομεσαίες επιχειρήσεις»), μιλώντας  για «προώθηση, προβολή και ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας» και υπό το πρίσμα αυτό βέβαια δεν κάνει ανοικτή κριτική στην κοινωνική πολιτική του κεφαλαίου βλέποντας μόνον και στεκόμενη σε κάποιες συνέπειές του όπως αυτές απέναντι στο περιβάλλον.

 

Τάξεις, κοινωνία και εργατικά δικαιώματα

Το κείμενο των Θέσεων δεν κάνει ταξική ανάλυση και δεν έχει τέτοια αναφορά. Κάνει βέβαια μια μονολεκτική αναφορά σε αυτούς που υφίστανται την «εκμετάλλευση και καταπίεση» αλλά δεν προσδιορίζει το ποιόν της εκμετάλλευσης, την καπιταλιστική και ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση, δεν μιλάει για εκμεταλλευόμενες και καταπιεζόμενες τάξεις, για εκμεταλλευτικές και καταπιέζουσες τάξεις. Σαν ενδεικτικό και συνέπεια αυτού του γεγονότος, δεν μιλάει για τα δικαιώματα της εργασίας απέναντι στο κεφάλαιο, για τον ταξικό χαρακτήρα της ανεργίας, την εντατικοποίηση και την εργοδοτική τρομοκρατία, την κατάπνιξη των συνδικαλιστικών ελευθεριών και δικαιωμάτων που πρέπει υπερασπίσει η εργατική τάξη και ο λαός, μιλάει μόνον για την εισαγωγή «μιας τετραήμερης εργάσιμης εβδομάδας η (την) μείωση της εργάσιμης εβδομάδας σε 32 ώρες με πλήρη μισθό, που συνεπάγεται τον μετασχηματισμό του σχεδιασμού της οικονομίας», αίτημα σήμερα ανεδαφικό όταν η εργατική τάξη χάνει και αυτά που είχε που πρέπει πρώτα να υπερασπιστεί, και η οποία βέβαια υποτιθέμενη εισαγωγή καθόλου δεν σημαίνει από μόνη της μετασχηματισμό του σχεδιασμού της οικονομίας, ο οποίος άλλωστε σχεδιασμός δεν υπάρχει, μόνον στον σοσιαλισμό μπορεί να υπάρξει πραγματικός σχεδιασμός της οικονομίας, σήμερα ο «σχεδιασμός» της δεν είναι τίποτα άλλο παρά αναζήτηση του μέγιστου κέρδους. Η αφηρημένη αναφορά στην «δικαιοσύνη» και την «κοινωνική δικαιοσύνη» που συναντιέται αρκετές φορές μέσα στο κείμενο των Θέσεων, αποφεύγει να αναγνωρίσει το γεγονός ότι η κοινωνική δικαιοσύνη έχει ταξικό χαρακτήρα, η σημερινή κοινωνία είναι «δίκαιη» για την αστική τάξη, η μόνη δίκαιη που μπορεί να υπάρξει γι’ αυτήν, αλλά τελείως άδικη για την εργατική και τις άλλες τάξεις του λαού.    

 

Δημόσια και κοινά αγαθά

Το κείμενο των προγραμματικών θέσεων μιλάει για τα «κοινά» αγαθά που τα διακρίνει από τα «δημόσια», όπου η υγεία πχ. πρέπει να ενταχθεί στα κοινά ενώ η παιδεία μη εντασσόμενη σε αυτά πάει στα δημόσια. Τα κοινά αγαθά σύμφωνα με τις Θέσεις δεν μπορούν να έχουν ιδιωτικό χαρακτήρα, άρα τα δημόσια αν και εξ ορισμού μη ιδιωτικά, μπορούν να έχουν! Και για το κοινό ωστόσο αγαθό της υγείας δεν δηλώνει ρητά να βγει έξω από το πεδίο δράσης του ιδιωτικού κεφαλαίου παρότι κοινό. Και παραπέρα δεν λέει τίποτα για τις ιδιωτικοποιήσεις πυλώνα σήμερα της οικονομικής πολιτικής του αστικού κράτους κατεξοχήν στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη. Άλλωστε το τελευταίο μεγάλο κύμα, το μεγαλύτερο απ’ όλα των ιδιωτικοποιήσεων, ήταν επιβολή των μνημονίων των ξένων δανειστών με μια πρωτοστατούσα δύναμη σε αυτήν την ΕΕ και μέσω της οποίας τις περισσότερες ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις τις ιδιοποιήθηκαν ευρωπαϊκά μονοπώλια. Μια τέτοια, σκόπιμα μερική ιδιωτικοποίηση που είχε ωστόσο καθοριστική επίδραση στην αντίστοιχη λειτουργία του δημόσιου τομέα, ήταν και αυτή των τρένων του ΟΣΕ που είδαμε πρόσφατα το τραγικό αποτέλεσμά της.         

 

Παιδεία

Για την παιδεία, οι Θέσεις τάσσονται «υπέρ της αλλαγής του μοντέλου ... με ένα νέο μαθητοκεντρικό που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των καιρών και να μπορέσει να παρακολουθήσει τις αλλαγές που θα προκύψουν από την 4η Βιομηχανική Επανάσταση η οποία έχει ήδη ξεκινήσει ...». Αυτά και τα λίγα ακόμη που γράφονται σχετικά δεν μας φωτίζουν για το ποιο είναι το «μοντέλο» που έχουν στο μυαλό τους οι συντάκτες της θέσης για την παιδεία. Παρατηρήσαμε άλλωστε ότι δεν εντάσσουν τον τομέα της παιδείας στα «κοινά» για τα οποία δεν πρέπει να υπάρχει  ιδιωτική δράση και άρα εμπορευματοποίηση. Φυσικά αυτό σημαίνει διατήρηση της ιδιωτικής παιδείας και βέβαια των φροντιστηρίων, ενώ δεν φαίνεται τι πρεσβεύουν για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Μία «καινοτομία» που προτείνεται εδώ είναι η κατάργηση των περισσότερων βιβλίων στην έντυπη μορφή με αιτιολόγηση περιβαλλοντική (δέντρα που κόβονται) αλλά και ορθοπεδική (βαριές τσάντες για τους μαθητές). Η αντικατάσταση του έντυπου υλικού από τις οθόνες των κομπιούτερ, με οικολογική μάλιστα «ευαισθησία» είναι μια άποψη του συρμού που προβάλλεται σήμερα και πιθανά με απήχηση στην νεολαία που διαμορφώνεται στην συνήθεια να κάθεται μπροστά σε μια οθόνη. Υπάρχει επίσης και το λεγόμενο ηλεκτρονικό βιβλίο (e- book). Η άποψη αυτή μέσα στην κοινωνία σκόπιμα ή όχι, υποτιμάει είτε αγνοεί τις αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία του πολύωρου στησίματος στην οθόνη, τόσο για τα μάτια και γενικά για τον εγκέφαλο όσο και ορθοπεδικά. Και τόσο το χειρότερο αν μιλάμε για μικρούς στην ηλικία μαθητές. Το ίδιο άλλωστε κάνει και με όλες τις άλλες μορφές της σύγχρονης τηλεπικοινωνιακής και οικιακής τεχνολογίας όπως τα κινητά τηλέφωνα κοκ. Ακόμη περισσότερο αγνοεί το γεγονός πως η συγκέντρωση σκέψης όπως αυτή γίνεται πάνω στο βιβλίο ή στο χαρτί στο τραπέζι, δεν μπορεί να γίνει μπροστά στην οθόνη ενός κομπιούτερ και όσο πιο δύσκολο και πολυσύνθετο είναι το αντικείμενο μιας μελέτης τόσο περισσότερο αυτό ισχύει. Αγνοεί το στοιχειώδες, πως και μόνο ο εντοπισμός λαθών σε ένα δουλεμένο κείμενο ή σημείων προσοχής σε ένα άλλο κείμενο, γίνεται πολύ ευκολότερα όταν αυτό εκτυπωθεί παρά από την οθόνη. Όσο για τα δέντρα, είναι γνωστό πως μπορεί να υπάρχει σχεδιασμένη υλοτομία δέντρων που είναι χρήσιμο να κόβονται μέσα στο δάσος, καθώς επίσης και καλλιέργεια δέντρων για τον σκοπό της χρήσης της ξυλείας τους. Και φυσικά μπορεί να υπάρχει μεγιστοποίηση της ανακύκλωσης του χαρτιού.            

 

Κοινωνία, ιμπεριαλιστική εξάρτηση και εθνική ανεξαρτησία

Σύμφωνα με τις θέσεις, το ΠΚ ανάμεσα και σε άλλα, εκφράζει και την εθνική ανεξαρτησία στην οποία αφιερώνει δυο λέξεις, και η οποία σύμφωνα πάλι με τις θέσεις είναι συμβιβαστή με την παγκοσμιοποίηση και την κυριαρχία της ΕΕ. Τέτοιου είδους όμως «εθνική ανεξαρτησία» δεν μπορεί να υπάρξει ούτε στα όνειρα. Η ΕΕ, την υπάρχουσα από παλιά οικονομική εξάρτηση από τον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό την βάθυνε παραπέρα και την βάθυνε ποιοτικά. Επιβάλλοντας τον ευρωπαϊκό διεθνή καταμερισμό εργασίας και παραγωγής, υπονόμευσε και κατέστρεψε σε μεγάλο βαθμό την υπάρχουσα βιομηχανική υποδομή ή συνέβαλλε στην καταστροφή αυτήν. Στον σχεδιασμό της η Ελλάδα πρέπει να είναι ένα «περιβόλι» για τις ανάγκες της σε αγροτικά προϊόντα, αυτά που θέλει αυτή και όχι όσα έχει ανάγκη ο λαός και παραπέρα να είναι κυρίως μια χώρα παραγωγής «υπηρεσιών» σύμφωνα πάλι με τις ανάγκες της και εδώ προεξάρχουσα θέση κατέχει ο τουρισμός. Η οικονομική πρόσδεση στην ΕΕ οδήγησε νομοτελειακά στο βάθεμα της εξάρτησης της οικονομίας από το εξωτερικό και αυτό εκφράστηκε και αποτυπώθηκε στην τεράστια αύξηση του δημόσιου διεθνούς χρέους της Ελλάδας, το πιο μόνιμο από το 1821 χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομικής κακοδαιμονίας. Αυτήν ακριβώς την συσσώρευση χρέους σαν αποτελέσματος της διαχρονικής εξάρτησης από τον διεθνή καπιταλισμό, που πιο συγκεκριμένα εκφράστηκε κατεξοχήν με την αύξηση του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών, χρησιμοποίησε η ΕΕ σαν δανειστής από κοινού με το ΔΝΤ για να επιβάλλουν μέσω των δανειακών συμβάσεων και των μνημονίων την οικονομική δικτατορία τους και το ξεπούλημα της εθνικής δημόσιας περιουσίας με όρους ληστρικούς. Για αυτήν όμως την ΕΕ το ΠΚ δεν βρίσκει ούτε έναν κακό λόγο να πει, αντίθετα είναι εκατό στα εκατό υπέρ της και καλεί σε εφαρμογή μιας πολιτικής ακριβώς μέσα στο πλαίσιό της που υποτίθεται θα εξασφαλίσει την ευημερία μας. Χαρακτηριστικό από την άποψη αυτή είναι αυτό που λέει για τις χρηματοδοτήσεις έργων τοποθετούμενο απέναντι στις ΣΔΙΤ (Συμπράξεις Δημόσιου – Ιδιωτικού Τομέα): «Λέμε ΟΧΙ στην δρομολόγηση των έργων από κρατικά κονδύλια. Αν ένα έργο δεν μπορεί να ενταχθεί στις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, είναι ξεκάθαρο, ότι είναι ένα κακοσχεδιασμένο έργο». Οι ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις όμως δίνονται με όρους που θέλει η ΕΕ και για έργα που θέλει η ΕΕ. Το να μην μπορεί ένα έργο να ενταχθεί σε αυτές δεν σημαίνει καθόλου κατ’ ανάγκη ότι είναι ένα «κακοσχεδιασμένο έργο», μπορεί να οφείλεται στο ότι δεν γίνεται όπως το θέλει η ΕΕ ή στο ότι δεν θέλει η ΕΕ να το χρηματοδοτήσει. Το άνευ όρων όχι λοιπόν σε ένα τέτοιο έργο (που είναι όχι στα κρατικά κονδύλια για ένα τέτοιο έργο), σημαίνει εξ΄ ορισμού παραίτηση από αυτό το έργο ανεξάρτητα από την αναγκαιότητά του, εκτός και αν αυτό γίνει με ΣΔΙΤ. Αν λοιπόν η ΕΕ δεν το χρηματοδοτεί και μάλιστα πλήρως, τότε η ΣΔΙΤ είναι μονόδρομος, παρότι οι Θέσεις λένε ότι: «Το Πράσινο Κίνημα, δεν είναι από θέση αρχής κατά των ΣΔΙΤ». Εδώ θα μπορούσε να δοθεί ο εξής ορισμός του κακοσχεδιασμένου έργου: Κακοσχεδιασμένο έργο είναι αυτό που δεν μπορεί να ενταχθεί στις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις!

Η χρηματοδότηση έργων μέσω ευρωπαϊκών προγραμμάτων, η οικονομική ανάπτυξη μέσω ευρωπαϊκών προγραμμάτων, είναι ο κύριος τρόπος οικονομικής ανάπτυξης που μπορεί να αναγνωρίσει η σημερινή ελληνική αστική τάξη και οι μικροαστοί δορυφόροι της, είναι ένας νέου τύπου κομπραδορισμός και συγχρόνως μια συστηματικά καλλιεργούμενη στον λαό ιδεολογική αντίληψη. Είναι επίσης βέβαια ένας άριστος τρόπος να γεμίζουν οι τσέπες των εργολαβικών εταιρειών και των υπεργολάβων τους και όλων των παρατρεχάμενων των προγραμμάτων, καλή ώρα σαν το περιλάλητο και ακόμη ανολοκλήρωτο Κτηματολόγιο. Η παραπάνω αναφορά στις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις εκφράζει ανοικτά, αλλά και το σύνολο των Προγραμματικών Θέσεων αντανακλά, την αντίληψη πως μια «βιώσιμη» οικονομική ανάπτυξη μπορεί να έρθει μόνον σε πλήρη εναρμόνιση και αξιοποίηση της χρηματοδότησης από την ΕΕ. Ιδιαίτερα ανόητη και αφελής είναι ακόμη η αντίληψη πως μέσα από τέτοια χρηματοδοτούμενα προγράμματα μπορεί να υπάρξει μείωση της φτώχειας που εκφράζουν οι Θέσεις, όταν στο πλαίσιο της λεγόμενης «Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας» (Κ.Αλ.Ο.) γράφουν: «Είμαστε υπέρ της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας, που αποτελεί και τον τρίτο πυλώνα οικονομικής βάσης της Ε.Ε. ... Υποστηρίζουμε τις εξής πολιτικές: ... Την ουσιαστική οργανωτική και χρηματοδοτική υποστήριξη φορέων Κ.Αλ.Ο. (μέσω της Εθνικής Στρατηγικής για την Κοινωνική Ένταξη και Μείωση της Φτώχειας, του ΕΣΠΑ 2021 -2027 ...)». Αλλά ποια φτώχεια θα μειώσει (και εδώ εννοείται μόνιμα) η ΕΕ, αυτήν που φέρνει η λειτουργία του καπιταλισμού γενικά, ή αυτήν που έφερε πρόσφατα στην Ελλάδα η ίδια με την επιβολή των μνημονίων και του υψηλού πρωτογενούς πλεονάσματος; Αυτό δεν το διευκρινίζουν οι Θέσεις. Συμπερασματικά οι Θέσεις είναι υπέρ της εξάρτησης από την ΕΕ και όχι υπέρ της εθνικής ανεξαρτησίας που αναπόφευκτα μπορεί να υπάρξει μόνον εναντίον της.

Όμως επίσης δεν μπορούμε να πούμε ότι το ΠΚ είναι υπέρ της εθνικής ανεξαρτησίας γενικά απέναντι στον ιμπεριαλισμό δηλαδή κατά της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, για την οποία δεν λέει τίποτα. Δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι υπέρ της εθνικής ανεξαρτησίας απέναντι στο ΝΑΤΟ των ΗΠΑ – ΕΕ όπου όμως κυριαρχούν οι ΗΠΑ. Ότι είναι υπέρ της εθνικής ανεξαρτησίας και άρα ενάντια στις ξένες βάσεις στην Ελλάδα που σήμερα συμβαίνει να είναι αμερικάνικες και νατοϊκές και ενάντια στις στρατιωτικές διευκολύνσεις προς τις ΗΠΑ και στο ΝΑΤΟ και ιδιαίτερα σήμερα στον πόλεμο που διεξάγουν με την Ρωσία στο έδαφος της Ουκρανίας, πόλεμο για τον οποίο οι Θέσεις δεν λένε τίποτα.          

Αλλά και για την Κύπρο επίσης οι Θέσεις δεν λένε τίποτα.

 

Οι προγραμματικές θέσεις σε κάποιο σημείο μιλούν για την παγκόσμια ειρήνη. Το κάνουν όμως τελείως πασιφιστικά αφού δεν υποδείχνουν από ποιούς αυτή απειλείται και τα αίτια των σημερινών πολέμων, που είναι νομοτελειακό φαινόμενο του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος. Αναφέρεται μόνον γενικόλογα σε αυτούς «που προκαλούν τους πολέμους και τις προσφυγικές ροές» χωρίς να μας λέει ποιοί είναι αυτοί και γιατί τους προκαλούν, και γιατί ακόμη προκαλούν τις προσφυγικές ροές. Αν όμως δεν γνωρίζουμε ποιοί είναι αυτοί τότε δεν μπορούμε να στρέψουμε εναντίον τους το κίνημα ειρήνης, στην πραγματικότητα δεν μπορούμε καν να έχουμε κίνημα ειρήνης.                

 

Οι θέσεις δεν τοποθετούνται, ούτε καν θίγουν το ζήτημα της εξωτερικής πολιτικής που βέβαια συναρτάται απόλυτα προς την ιμπεριαλιστική εξάρτηση. 

 

Η οικονομία, ο τουρισμός και το περιβάλλον

Ιδιαίτερη σημασία για την οικονομική ζωή της Ελλάδας και άρα τελικά και για την εξάρτηση ή την ανεξαρτησία της έχει και το ζήτημα του τουρισμού. Η αστική τάξη της ξενοδουλείας και του παρασιτισμού καθώς και οι πολιτικοί και ιδεολογικοί της εκπρόσωποι αναγνώρισαν στον τουρισμό, που είναι κυρίαρχα ξένος τουρισμός, την «βαρειά βιομηχανία» της Ελλάδας, δηλαδή αυτήν που ποτέ δεν είχαν. Αντίστροφα ο πρώτος λειτουργεί σαν εμπόδιο ώστε η δεύτερη να υπάρξει. Μόνο να απαριθμήσουμε μια σειρά αρνητικές επιπτώσεις και παράγωγά του, είναι πως έχει ασταθή βάση με έσοδα εξαρτώμενα από αστάθμητους παράγοντες, όπως πόλεμοι, κυρώσεις, ταξιδιωτικές οδηγίες, επιδημίες κοκ, ζήσαμε άλλωστε την αθλιότητα της αδιαφορίας στην διάδοση του κορωνοϊού, δηλαδή του εγκλήματος απέναντι στην  υγεία του λαού για να μην θιγεί ο ξένος τουρισμός. Αλλά σημαίνει επίσης μεγάλη ακρίβεια για τον λαό στο να πάει στα τουριστικά μέρη για διακοπές. Στην ουσία το φυσικό περιβάλλον, ένα δημόσιο ή κοινό σύμφωνα με το ΠΚ αγαθό, έχει απαλλοτριωθεί σαν ιδιοκτησία, κατοχή και χρήση από αυτόν, από το μεγάλο, μεσαίο και μικρό τουριστικό κεφάλαιο, από τους ξένους τουρίστες των πλούσιων χωρών που το καταναλώνουν και μέσω του σχηματισμού ακόμη ενός μικροαστικού και πάνω εύπορου στρώματος που κερδίζει πουλώντας φύση, ήλιο και θάλασσα βγάζοντας χρήματα για τα οποία ποτέ δεν δούλεψε, που συγκροτεί τον βασικό κοινωνικό ιστό των λεγόμενων «τοπικών κοινωνιών» στα τουριστικά μέρη, επηρεάζει την πολιτική στους δήμους και κεντρικά και είναι πολύ σημαντική κοινωνική βάση των κομμάτων του μεγάλου κεφαλαίου. Είναι και αυτό που ζητάει επίσης «φαραωνικά» έργα όπως πχ. λιμάνια για κρουαζιερόπλοια (σχεδιασμένα μάλιστα για τα μεγαλύτερα από αυτά!) και όχι μόνον οι μεγαλοεπιχειρηματίες που φτιάχνουν «φαραωνικά ξενοδοχεία» δίπλα στις θάλασσες  και στα οποία οι Θέσεις δηλώνουν εναντίωση.                  

Οι Θέσεις λοιπόν βλέπουν στον τουρισμό έναν «σημαντικό τομέα για την οικονομία της χώρας» αλλά που δεν πρέπει «πλέον» να λειτουργεί σαν  «μονοκαλλιέργεια» ούτε να «υπερβαίνει την φέρουσα ικανότητα κάποιων περιοχών μας». Ας περιορίσουμε λοιπόν την κριτική στο θέμα του φυσικού περιβάλλοντος που κυρίως ενδιαφέρει τις Θέσεις. Αρχίζοντας, έχουν σκεφτεί οι συντάκτες τους το ότι η τουριστική εκμετάλλευση (που αυτοί την θέλουν «ήπια») μπορεί να προκαλέσει ζημιά στο περιβάλλον χειρότερη από την βιομηχανία; Ο απλός λόγος για τον οποίο ισχύει αυτό είναι το γεγονός είναι ότι η βιομηχανία εκτός από την εξορυκτική μπορεί να χωροθετηθεί σε τοποθεσίες που δεν είναι ή είναι στον ελάχιστο δυνατό βαθμό βλαπτική στο περιβάλλον, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει με τον τουρισμό (και μιλάμε εδώ κατεξοχήν για τον τουρισμό στις ακτές και γενικότερα στα τοπία φυσικής περιβαλλοντικής αξίας) που εξορισμού χωροθετείται σαν πεδίο δραστηριότητας ακριβώς μέσα και στην καρδιά αυτού του περιβάλλοντος. Η ζημιά και η υποβάθμιση που έχει γίνει στις ωραιότερες φυσικές περιοχές που έγιναν αντικείμενο τουριστικής «αξιοποίησης» το αποδεικνύει. Όμως ούτε τόσο ήπιος είναι τελικά ο τουρισμός για τον οποίο μιλάνε. Οι Θέσεις υιοθετούν το σχετικά νέο σλόγκαν του εκάστοτε υπουργείου τουρισμού για 12 μήνες τον χρόνο τουρισμό: «Ωστόσο για να μπορέσουμε να έχουμε 12 μήνες τον χρόνο τουρισμό, πρέπει να επανασχεδιάσουμε και να προσθέσουμε με ένταση άλλες μορφές τουρισμού, όπως Αγροτουρισμός, εναλλακτικός τουρισμός, θρησκευτικός τουρισμός, περιπατητικός τουρισμός, αθλητικός τουρισμός (πχ καταδυτικά πάρκα, γκολφ κτλ.), αλιευτικός τουρισμός, να τον συνδέσουμε λειτουργικά με τις άλλες χρήσεις και την τοπική ανάπτυξη ... Δίνουμε ειδικά κίνητρα και για τον Ιατρικό Τουρισμό, που είναι ιδιαίτερα αναπτυσσόμενος σε όλο τον κόσμο ...». Μόνον ο «σεξουαλικός τουρισμός» δεν αναφέρεται. Έτσι όλοι αυτοί οι «τουρισμοί» που θα απλώνονται στον χώρο και στον χρόνο ολόκληρο το έτος και μάλιστα με «ένταση», θα κάνουν την τουριστική ανάπτυξη «ήπια». Πρόκειται για μια νέα «ανακάλυψη» του διεθνούς κεφαλαίου στον τομέα του τουρισμού και των ατζέντηδών του, διαφοροποίησης των δραστηριοτήτων για να εξασφαλίσουν και να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους. Είναι επίσης γνωστός ο αντικοινωνικός και αντιπεριβαλλοντικός ρόλος των γηπέδων γκολφ σε χώρες του Τρίτου Κόσμου όπου αρπάζεται γη και καταστρέφεται φύση για να φτιαχτούν γήπεδα γκολφ για την ξένη αστική τάξη που κάνει τουρισμό. Τουρισμός (που σημαίνει τουρισμός στον καπιταλισμό) και φυσικό περιβάλλον είναι δυο πράγματα αντιθετικά και ασυμβίβαστα. Το επιχείρημα πως ο τουρισμός σε σχέση με άλλες οικονομικές δραστηριότητες ευνοεί το φυσικό περιβάλλον γιατί ωφελείται από την διατήρησή του είναι αφελές. Ο τουρισμός θέλει το ωραίο φυσικό περιβάλλον για να το διατιμήσει και να βγάλει κέρδος με κατάληξη πάντα την υποβάθμιση και την καταστροφή του. Όταν αυτό γίνει, ο τουρισμός θα βρει ένα άλλο ωραίο φυσικό περιβάλλον για να κάνει το ίδιο.            

 

Η δημοκρατία και οι εθνικές μειονότητες

Το ΠΚ τάσσεται υπέρ της εμβάθυνσης της δημοκρατίας. Το πιο σημαντικό ανάμεσα στα όσα προτείνει που έχουν όλα να κάνουν με τις εκλογές, είναι η πρόταση για την πραγματοποίηση μίας Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης. Φροντίζουν όμως να διευκρινίσουν οι συντάκτες: «χωρίς φυσικά να αλλάξει το πολίτευμα». Με αυτό δεν εννοούν βέβαια να μην γίνει μοναρχικό, δίνουν το στίγμα ότι είναι ανοικτά υπέρ του αστικού κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, δηλαδή του αστικού κοινωνικού καθεστώτος, ακόμη και εάν το σώμα των εκλογέων ήθελε κατά πλειοψηφία να αλλάξει αυτό το πολίτευμα. Και προδιαγράφουν έτσι τα όρια της δημοκρατίας την εμβάθυνση της οποίας ζητούν. Όμως τα όρια αυτά είναι ακόμη πιο στενά. Δεν είναι ούτε η συνεπής αστική δημοκρατία (όσον αφορά τις εκλογικές διαδικασίες) της απλής, αλλά κυριολεκτικά απλής αναλογικής. Αναγνωρίζουν για τις εθνικές εκλογές την «απλή αναλογική με όριο εισόδου (για τους γνωστούς Εθνικούς λόγους) το 3%». Με άλλα λόγια όταν υπάρχουν «εθνικοί λόγοι» τότε η δημοκρατία πάει περίπατο.

Εδώ υπάρχουν δύο ζητήματα: το πρώτο είναι ότι με το πρόσχημα αυτό όπως και με άλλα (εκείνο της πολιτικής σταθερότητας, της κυβερνησιμότητας κοκ)  οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις του συστήματος αποκλείουν από την εκλογή στο κοινοβούλιο πολιτικές δυνάμεις που παρά το μικρό τους μέγεθος μπορεί να είναι δυσανάλογα ενοχλητικές γι’ αυτό, ενώ τα κόμματά της καρπώνονται τις έδρες που αντιστοιχούν στο άθροισμα αυτών των δυνάμεων. Το δεύτερο είναι ότι αυτή η επίκληση δεν είναι μόνον πρόσχημα αλλά επίσης και μη πρόσχημα, αληθινός λόγος και σαν τέτοιος εξίσου ή και περισσότερο αντιδημοκρατικός. Είναι για να μην μπορούν να έχουν φωνή οι εθνικές μειονότητες, που αν ήταν πολυπληθέστερες (φρόντισε γι’ αυτό η αστική, η φασιστική και η μοναρχοφασιστική αντίδραση στο παρελθόν), τότε το όριο εισόδου μπορούσε να πάει στο 5% κοκ).

Έτσι αν και οι Προγραμματικές Θέσεις δεν προβάλλουν το ζήτημα της εθνικής ανεξαρτησίας σαν ένα θεμελιώδες ζήτημα για τον λαό, απόλυτα συναρτημένο με το κοινωνικό ζήτημα, αντίθετα το υποβαθμίζουν, σχεδόν το μηδενίζουν μη λέγοντας τίποτα γι αυτό, αυτό δεν αποτελεί εμπόδιο στο να υιοθετούν τον εθνικισμό και να θυσιάζουν για χάρη του την δημοκρατία. Αλλά τέτοια, εθνικιστική και ταυτόχρονα υποτακτική στους ξένους, ήταν πάντα η αστική τάξη της Ελλάδας. Οι «εθνικοί» λόγοι είναι να μην έχει αυτόνομο και αυτοδύναμο πολιτικό λόγο όχι απλά η μουσουλμανική αλλά κυρίως η εθνική – τούρκικη μειονότητα της Θράκης. Γιατί αν γενικά όλοι οι μουσουλμάνοι της Θράκης ήταν και αισθάνονταν έλληνες, τότε δεν δικαιολογείται η επίκληση «εθνικού» λόγου. Παρά την επίκληση αυτή όμως οι Θέσεις επαναλαμβάνουν το ψέμα όλων των αστικών κομμάτων για την μη ύπαρξη τουρκικής μειονότητας λέγοντας: «Στην Θράκη, όλοι οι Έλληνες, Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι, Πομάκοι, κλπ, θέλουν και μπορούν να ζουν αρμονικά και ειρηνικά ...». 

 

Αν και το ΠΚ βάζει στο επίκεντρο της προσοχής του την γη και την γεωργία, δεν μιλάει για την εκκλησιαστική γη και περιουσία, την ανάγκη να περάσει στο δημόσιο και δεν διατυπώνει το αίτημα για τον χωρισμό κράτους – εκκλησίας.  

 

Φαίνεται έτσι καθαρά πως σε όλους τους βασικούς τομείς, στην οικονομία και στην θέση και δράση σε αυτήν του κεφαλαίου, στην στάση απέναντι στην ΕΕ και την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση, στο ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ, συνολικά στην εθνική ανεξαρτησία απέναντι στον ιμπεριαλισμό, στην φύση του αστικού κράτους και στο αστικό πολίτευμα, στην δημοκρατία, στα εργατικά δικαιώματα και στα δικαιώματα των εθνικών μειονοτήτων, οι Προγραμματικές Θέσεις μέσω όσων λένε και όσων δεν λένε, δίνουν τα διαπιστευτήριά τους στο κυρίαρχο σύστημα της καπιταλιστικής και ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης.  

 

Το ζήτημα του περιβάλλοντος 

Ας δούμε τέλος και ορισμένες πλευρές και σημεία αυτού που φαίνεται να αποτελεί τον πυρήνα κάθε «πράσινου» και «περιβαλλοντικού» κόμματος, της πολιτικής απέναντι στο περιβάλλον. Ήδη μιλήσαμε για την σχέση του περιβάλλοντος με τον τουρισμό. Θα πρέπει να έχουμε υπ’ όψη ότι δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη η σωστή προς το φυσικό περιβάλλον τοποθέτηση των οικολογικών οργανώσεων μόνο και μόνο επειδή αυτοπροσδιορίζονται με βάση αναφοράς αυτό το περιβάλλον. Το πρόγραμμα υιοθετεί την λεγόμενη «πράσινη μετάβαση», βασικό στοιχείο της οποίας είναι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ). Ξέρουμε όμως πως η χρήση αυτών των πηγών καθόλου δεν αποκλείει την ζημιά στο περιβάλλον. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα  είναι οι ανεμογεννήτριες. Οι θέσεις αναφέρουν ότι «Βεβαίως είμαστε κατά της χωρίς σοβαρό σχεδιασμό αλόγιστης χρήσης των ανεμογεννητριών». Έχει γίνει γνωστό όμως τελευταία το γεγονός πως σχεδιάζεται εγκατάσταση 10 ανεμογεννητριών στον Εθνικό Δρυμό της Δαδιάς, το σπουδαιότερο οικολογικά δάσος της Ελλάδας και ένα από τα σπουδαιότερα στην Ευρώπη, πράγμα που παραλείπουν να αναφέρουν. Η μετάβαση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας όμως και μάλιστα σε ευρωπαϊκό επίπεδο γίνεται στις πλάτες των καταναλωτών που πληρώνουν το κόστος της έρευνας και των αρχικών πανάκριβων επενδύσεων, αντί αυτό να το πληρώσουν οι μεγάλες εταιρείες που κάνουν τις επενδύσεις και οι οποίες θα έχουν μακροπρόθεσμα τεράστια κέρδη. Ο ρόλος της ΕΕ εδώ είναι να στηρίξει τα κέρδη των εταιρειών σε βάρος των καταναλωτών. Μια σημαντική συνιστώσα της αύξησης του κόστους του ρεύματος που εδώ και χρόνια πληρώνουμε είναι αυτή των ΑΠΕ στις ρυθμιζόμενες χρεώσεις. Αλλά και ολόκληρη η «πράσινη μετάβαση» είναι οικοδομημένη πάνω στην βάση του μέγιστου καπιταλιστικού κέρδους το οποίο καρπώνονται μια σειρά υψηλής τεχνολογίας «οικολογικές» πολυεθνικές εταιρείες, που είναι εργατική υπεραξία. Ταυτόχρονα ο «οδικός χάρτης» της δεν είναι και τόσο πράσινος. Ο στόχος της μείωσης και τελικά του μηδενισμού των εκπομπών του άνθρακα και των παραγώγων του περνάει μέσα από μια απίστευτη αύξηση της εξόρυξης μετάλλων και ορυκτών που είναι ή θεωρείται αναγκαία για αυτόν τον μηδενισμό και μάλιστα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Η αύξηση αυτή είναι ή εμφανίζεται σαν προϋπόθεση για την αντικατάσταση όλων των μηχανών εσωτερικής καύσης και την δραστική αύξηση της χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας όπως η ηλιακή και η αιολική. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι για να επιτευχθεί ο στόχος να κινούνται ηλεκτρικά όλα τα οχήματα μόνο στην Βρετανία μέχρι το 2030, χρειάζονται πάνω από 200.000 τόνοι κοβαλτίου, πάνω από 250.000 τόνοι ανθρακικού λιθίου (το λίθιο είναι στρατηγικό μέταλλο στην βιομηχανία) και σχεδόν 2.400.000 τόνοι χαλκού. Οι  ποσότητες αυτές αντιπροσωπεύουν την σημερινή ετήσια παγκόσμια παραγωγή κοβαλτίου και τα τρία τέταρτα της παγκόσμιας ετήσιας παραγωγής λιθίου. Αλλά η αντικατάσταση των μηχανών εσωτερικής καύσης των οχημάτων σε όλο τον κόσμο που εκτιμούνται σε 1,4 δισεκατομμύρια, απαιτεί 40 φορές αυτές τις ποσότητες και χωρίς να λογαριάζεται η ζήτηση από τις ανεμογεννήτριες και τα φωτοβολταϊκά ή γενικότερα τις εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης της ηλιακής ενέργειας. Θεωρείται ότι αφού αυτό επιτευχθεί μέχρι το 2050, από κει και πέρα η αντικατάσταση των υλικών θα γίνεται πλήρως ή σχεδόν πλήρως με ανακύκλωση. Πρόκειται για μια θηριώδη απαίτηση που σημαίνει θηριώδη έκταση και ρυθμό εξορύξεων με τις εξαιρετικά αρνητικές, τουλάχιστον με τους όρους που γίνονται σήμερα, συνέπειες στο φυσικό περιβάλλον και στην υγεία των εργατών και των κατοίκων των περιοχών εξόρυξης, στο οποίο περιβάλλον πρέπει να συμπεριληφθεί ακόμη και η επιφάνεια του βυθού των ωκεανών που μέχρι σήμερα ακόμη δεν είναι αντικείμενο βιομηχανικής εκμετάλλευσης.  Για το θέμα αυτό οι οικολογικές οργανώσεις και κόμματα «ποιούν την νήσσα». Παρεμπιπτόντως και μιλώντας για τις εξορύξεις, οι Θέσεις παραλείπουν να αναφερθούν  στην περιβόητη εξόρυξη χρυσού στις Σκουριές, στην Χαλκιδική. Μια σοβαρή παρατήρηση εδώ είναι ότι αυτή η ριζική μεταβολή μετάβασης στην πρώτη ύλη των μορφών ενέργειας, δηλαδή όλη η αλυσίδα της εξόρυξης των ορυκτών και της παραγωγής των μετάλλων, της παραπέρα χημικής επεξεργασίας τους και της χρήσης τους για την κατασκευή των νέων ενεργειακών μονάδων, ηλεκτρικών φορτιστών και μπαταριών, εγκαταστάσεων παραγωγής των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας κλπ., όλες αυτές οι διαδικασίες χρειάζονται οι ίδιες τεράστια ποσά ενέργειας που δεν μπορούν να παραχθούν μέσω του προϊόντος της παραγωγής τους γιατί αυτό ακόμη δεν υπάρχει ή υπάρχει σε πολύ ανεπαρκή βαθμό, αναγκαστικά πρέπει να παραχθούν σε μεγάλο βαθμό με την χρήση των σημερινών πρώτων υλών των μορφών ενέργειας, δηλαδή σε μεγάλο βαθμό με την χρήση στερεού άνθρακα και υδρογονανθράκων. Επομένως θα πρέπει να αντικατασταθούν 100 % όχι μόνον οι μηχανές εσωτερικής καύσης των οχημάτων αλλά και όλες εκείνες οι μηχανές που μη όντας μηχανές οχημάτων, σαν ενεργειακή φυσική ύλη χρησιμοποιούν άνθρακα και ενώσεις του και συμμετέχουν σ’ αυτήν την διαδικασία εξόρυξης, χημικής επεξεργασίας κοκ μέχρι και την κατασκευή όλων των νέων ενεργειακών μονάδων. Αυτή η αντικατάσταση πρέπει να έχει απόλυτη προτεραιότητα. Αλλά και πέρα από αυτές, πρέπει πλήρως να αντικατασταθεί κάθε άλλη μηχανή έξω από αυτήν την διαδικασία παραγωγής των ενεργειακών μονάδων που προκαλεί εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου με περιβαλλοντικό αποτύπωμα από άνθρακα. Αυτό σημαίνει ότι στον δρόμο για την εκτόπιση όλων αυτών των μηχανών και  μέχρι αυτές να εκτοπιστούν, θα πρέπει να περάσουμε από μια κορύφωση (peak) της χρήσης τους, (αφού ένα μέρος τους θα δουλεύει υπερεντατικά για να παραχθούν οι νέες ενεργειακές μονάδες και ακόμη για να παραχθούν αυτές που θα τις αντικαταστήσουν), δηλαδή μέσα από ένα λουτρό «αίματος» περιβαλλοντικής ρύπανσης.                              

Αυτή είναι η πραγματική μορφή της σημερινής «πράσινης επανάστασης». Και γι’ αυτό, οπαδούς και ακτιβιστές της οικολογίας βρίσκει κανείς σήμερα τόσο μέσα στον λαό, όσο (με το αζημίωτο βέβαια) και μέσα στο κεφάλαιο. Συμβαίνει δε πολλές φορές η οικολογία μέσα στον λαό να εξυπηρετεί την οικολογία του κεφαλαίου.  Όμως αυτό δεν είναι όλο το ζήτημα. Όπως σωστά παρατηρείται, η πολύ μεγαλύτερη κατανάλωση μορφών ενέργειας με πρώτες ύλες που περιέχουν άνθρακα και οι οποίες για την αντικατάστασή τους χρειάζονται τα μέταλλα και ορυκτά σε τεράστιες ποσότητες, είναι οι βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες του πλανήτη που κατεξοχήν έχουν συμβάλλει στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, ενώ οι χώρες κύριες πηγές αυτών των μετάλλων και ορυκτών που θα υποστούν αυτήν την εξόρυξη χωρίς να είναι χρήστες των προϊόντων της ή όντας τέτοιες σε συγκριτικά ελάχιστο βαθμό, είναι φτωχές χώρες του Τρίτου Κόσμου. Εδώ δεν πρόκειται απλά για οικολογία του κεφαλαίου αλλά για μια ιμπεριαλιστική οικολογία. Γενικά οι οικολογικές οργανώσεις και στην μεγάλη πλειοψηφία τους τείνουν να αγνοούν ή και να συγκαλύπτουν αυτές τις διαστάσεις του ζητήματος. Αυτά σημαίνουν ότι στο καθεστώς της καπιταλιστικής και ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης, τόσο η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος όσο και η «προστασία» του (που είναι ταυτόχρονα και καταστροφή), θα υπηρετούν ή θα υπηρετούν πρώτιστα τον καπιταλισμό. Και δεν μπορεί κανείς να εναντιωθεί και να αμφισβητήσει ριζικά την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος αν δεν αμφισβητήσει ριζικά τον καπιταλισμό. Γιατί οι μορφές ενέργειας είναι μέρος μόνον του όλου οικολογικού προβλήματος. Ο καπιταλισμός είναι σύμφυτος με την υπερπαραγωγή. Υπερπαραγωγή μέσων παραγωγής και καταναλωτικών αγαθών. Υπερπαραγωγή όμως σημαίνει κατανάλωση γενικά πρώτων υλών σε ποσότητες που δεν χρειάζονται και κατανάλωση ενέργειας για την παραγωγή των προϊόντων για τα οποία αυτές χρησιμοποιούνται, που επίσης δεν χρειάζεται. Άρα από την ίδια την φύση του ο καπιταλισμός είναι ενάντια στο φυσικό περιβάλλον, πράγμα που δεν συνέβαινε με κανένα άλλο κοινωνικό σύστημα, γιατί σε κανένα άλλο δεν υπήρχε υπερπαραγωγή.  Αλλά και η ίδια η «αναγκαία» κατανάλωση πρέπει να αμφισβητηθεί, είτε αυτή είναι στην πραγματικότητα σπατάλη είτε όχι. Γιατί άραγε να πρέπει να αντικατασταθούν όλες αυτές η 1,4 δισεκατομμύρια μηχανές εσωτερικής καύσης οχημάτων, που σημαίνει τελικά και γιατί αυτά τα 1,4 δισεκατομμύρια οχήματα παράχθηκαν και μπήκαν στην κυκλοφορία; Παίρνοντας υπόψη ότι ο πολύ μεγαλύτερος αριθμός τους είναι ιδιωτικά επιβατικά οχήματα, πράγματι όλα αυτά και παίρνοντας υπόψη και την ζημιά που η παραγωγή τους έκανε στο περιβάλλον, χρειάζονταν; Και πόσα από αυτά κατέχουν και χρησιμοποιούν οι κάτοικοι στις καθυστερημένες χώρες του κόσμου που είναι η μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων της γης αλλά και οι φτωχοί κάτοικοι των άλλων χωρών και ακόμη οι φτωχοί και άποροι στις πλούσιες χώρες; Και από που ως που ο μέσος κάτοικος σε αυτές τις τελευταίες να έχει το δικαίωμα σε πολλαπλάσια ατομικά κατοχή και χρήση ιδιωτικού αυτοκινήτου σε σχέση με τον μέσο κάτοικο μιας χώρας του Τρίτου Κόσμου για να ρυπαίνει έτσι το παγκόσμιο περιβάλλον αναλογικά πολύ περισσότερο ο πρώτος από τον δεύτερο και το περιβάλλον στην ίδια την φτωχή χώρα περισσότερο απ’ ότι ο ίδιος ο κάτοικός της; Είναι φανερό ότι πρόκειται για έναν καπιταλιστικό – ιμπεριαλιστικό «παραλογισμό», και ότι το μεγαλύτερο μέρος από αυτά τα 1,4 δισεκατομμύρια οχήματα (στην πραγματικότητα πολύ  περισσότερα δισεκατομμύρια, γιατί 1,4 δισ. είναι οι μηχανές εσωτερικής καύσης και άρα οχήματα σε λειτουργία σήμερα και όχι όσα παράχθηκαν συνολικά, ας πούμε από το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου μέχρι τις μέρες μας), δεν χρειάζονταν πραγματικά με το συλλογικό κοινωνικό κριτήριο της ανάγκης. Η αλήθεια είναι ότι τα πολύ περισσότερα από αυτά, ήταν και είναι περιβαλλοντικά άρα και κοινωνικά επιζήμια και ταυτόχρονα κοινωνικά αχρείαστα και στην θέση τους θα έπρεπε να υπάρχει ένα πυκνό δίκτυ δημόσιων συγκοινωνιών που σήμερα θα μπορούσε να είναι ολόκληρο ηλεκτροκίνητο. Με τα ίδια κριτήρια και ακόμη περισσότερο ίσως, δεν χρειάζεται και η τρέλα των 35 με 40 εκατομμύρια αεροπορικών πτήσεων τον χρόνο, που ένα σημαντικό ποσοστό τους είναι τουριστικές και αφορά κατοίκους των πλούσιων δυτικών χωρών, και που γενικά το πολύ μεγαλύτερο μέρος του συνόλου τους γίνεται από ένα μικρό ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού. Αλλά είναι αυτές οι πτήσεις ένα βασικό αίτιο της τρύπας του όζοντος.    

 

Εξετάσαμε μέχρι τώρα την μία βασική πλευρά του προβλήματος της «πράσινης μετάβασης», αυτήν του οφέλους για μια ιδιαίτερη μερίδα του κεφαλαίου στις πλούσιες χώρες και του κόστους για τους λαούς σε όλες τις χώρες, αλλά κυρίως και πολύ περισσότερο στις φτωχές χώρες. Υπάρχει όμως και μια άλλη εξίσου σημαντική πλευρά.           

Οι Θέσεις ρητά δηλώνουν την ανάγκη για «σταδιακή απεξάρτηση από την χρήση ορυκτών καυσίμων» και ζητούν «εθνικό ενεργειακό σχεδιασμό» γιαυτό, λένε «ξεκάθαρα ΟΧΙ στις εξορύξεις υδρογονανθράκων», τάσσονται «υπέρ της Ενεργειακής στροφής με απεξάρτηση από το πετρέλαιο και το λιγνίτη». Υπέρ της απεξάρτησης όμως ειδικά από τον λιγνίτη (γιατί πετρέλαιο δεν παράγουμε), τάχθηκε και η ΕΕ και όλες οι μνημονιακές κυβερνήσεις. Τάχθηκε όμως ακόμη περισσότερο η σημερινή κυβέρνηση Μητσοτάκη που με καμάρι δήλωσε ότι προχώρησε σ’ αυτήν την «απεξάρτηση» γρηγορότερα και περισσότερο απ’ ότι ήταν διεθνής υποχρέωσή μας, γινόμενη έτσι βασιλικότερη του βασιλέως. Και ήρθε η πρόσφατη ενεργειακή κρίση με την οποία πληρώσαμε ακριβά την «απεξάρτησή» μας. Είναι πέρα από συζήτηση ότι ο κόσμος πρέπει να κινηθεί και μάλιστα γρήγορα για την δραστική μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και γενικά των ενώσεων του άνθρακα που είναι το κύριο αίτιο του φαινομένου του θερμοκηπίου. Ποιος ευθύνεται όμως για αυτήν την κλιματική αλλαγή; Με βάση στοιχεία για το 2020, η Κίνα είναι σήμερα η χώρα με την υψηλότερη στον κόσμο εκπομπή διοξειδίου του άνθρακα ενώ συγχρόνως κατασκευάζει τον μεγαλύτερο αριθμό εργοστασίων στο εξωτερικό που χρησιμοποιούν ενώσεις του άνθρακα για την παραγωγή ενέργειας. Δεύτερες έρχονται οι ΗΠΑ. Ωστόσο κατά κεφαλή οι ΗΠΑ είναι πρώτες με μεγάλη διαφορά. Επίσης τα στοιχεία αυτά μετρούν παραγωγή κατά χώρα  και όχι κατά εθνικότητα βιομηχανικών μονάδων και έτσι δεν παίρνουν υπ’ όψη τους το γεγονός, που στην περίπτωση της Κίνας έχει σημασία, ότι ένα μέρος αυτών των εκπομπών οφείλεται στο δυτικό βιομηχανικό κεφάλαιο που βρίσκεται στην χώρα αυτή. Σωρευτικά, δηλαδή από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης, οι ΗΠΑ φαίνεται να έχουν εκπέμψει περίπου διπλάσιο όγκο διοξειδίου του άνθρακα (CO2) από την Κίνα, ενώ μεγάλη είναι και η συμβολή των άλλων αναπτυγμένων βιομηχανικών και σήμερα ιμπεριαλιστικών χωρών. Πρέπει ακόμη να ληφθεί υπ’ όψη ότι τα στοιχεία όντας σε καθαρά εδαφική βάση χρεώνουν την εκπομπή CO2 στην χώρα αποικία αντί να την χρεώσουν στην μητρόπολη. Σύμφωνα πάντα με τα ίδια στοιχεία, ιστορικά πρώτες είναι οι ΗΠΑ ενώ οι δύο πρώτες από τις άλλες δυτικές βιομηχανικές χώρες είναι η Γερμανία και η Βρετανία. Αλλά οι βιομηχανικές χώρες και κοινωνίες είχαν ένα βασικό όφελος από την χρήση του άνθρακα, που ήταν η οικονομική ανάπτυξή τους. Τις συνέπειες όμως του φαινομένου του θερμοκηπίου τις πληρώνουν τουλάχιστον εξίσου και συνήθως πολύ περισσότερο αναλογικά οι φτωχές χώρες του κόσμου, που πολύ λιγότερο έως καθόλου είναι ιστορικά υπεύθυνες για τις εκπομπές αυτές και χωρίς οι ίδιες και οι λαοί τους να έχουν οποιοδήποτε αντίστοιχο όφελος. Δηλαδή κάποιοι έχουν ωφεληθεί ενώ κυρίως άλλοι πληρώνουν τις συνέπειες χωρίς να έχουν μάλιστα την οικονομική δυνατότητα να τις απομειώσουν. Πάνω στο θέμα αυτό οι Θέσεις μόνο λένε πως υπάρχει η «ανάγκη παροχής τεχνογνωσίας και οικονομικής βοήθειας από τις πλούσιες προς τις φτωχότερες χώρες», όμως το θέμα δεν είναι μια διεθνής ελεημοσύνη. Οι πλούσιες βιομηχανικές χώρες είναι ιστορικά υποχρεωμένες προς τις φτωχές για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής που οι πρώτες προκάλεσαν, να πληρώσουν μια πολύ μεγάλη αποζημίωση που να περιλαμβάνει και την διαγραφή του χρέους τους. Υπάρχουν χώρες - νησιά στον Ειρηνικό που εξαφανίζονται ή θα εξαφανιστούν σαν συνέπεια της ανόδου της στάθμης των ωκεανών. Η μη αναγνώριση αυτής της ζημιάς και η μη πληρωμή τεράστιων αποζημιώσεων είναι casus belli (αιτία πολέμου), πολέμου που βέβαια  οι χώρες θύματα δεν είναι σε θέσει να διεξάγουν. Θα έπρεπε η αξίωση για μια τέτοια αποζημίωση να ψηφιστεί από μια Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ έστω και αν είχε μόνο συμβολική αξία. Παρόμοια η Ελλάδα θα έπρεπε να απαιτήσει μια τέτοια οικονομική παροχή που θα είχε τον χαρακτήρα αποζημίωσης από τους μεγάλους «συμμάχους» της. Επειδή όμως αυτό δεν πρόκειται να γίνει για καμιά χώρα που θα την δικαιούνταν, η χώρα αυτή έχει το δικαίωμα να κινηθεί αλλιώς. Που σημαίνει ότι δεν μπορεί να δεσμεύεται και μάλιστα στον ίδιο αναλογικά βαθμό με μια πλούσια βιομηχανική χώρα. Μιλώντας για την Ελλάδα συγκεκριμένα, αντικειμενικά έχει και πρέπει να απαιτήσει το δικαίωμα να μην δεσμεύεται από τις διεθνείς συμφωνίες που θα έπρεπε σε πολύ δυσανάλογο βαθμό να βαρύνει τις πλούσιες και πιο ενεργοβόρες χώρες. Τι ποσοστιαία συμβολή απόλυτη αλλά ακόμη και αναλογική (κατά κεφαλή) έχει η Ελλάδα στο φαινόμενο του θερμοκηπίου; Η πρώτη είναι ελάχιστη αλλά και η δεύτερη μικρή σχετικά με την συμβολή των αναπτυγμένων βιομηχανικά χωρών της Δύσης. Και εδώ το κριτήριο πρέπει να είναι η απόλυτη και όχι η αναλογική συμβολή. Σύμφωνα με σχετικά στοιχεία η Ελλάδα κατατάσσεται 52η διεθνώς με εκπομπή 52,24 Μt ετήσια όταν η συνολική ετήσια εκπομπή είναι περίπου 33.240 Μt, δηλαδή συμβάλλει σε ποσοστό 0,157 % ή 1,57 τοις χιλίοις. Η κατάργηση στις σημερινές περιστάσεις της χρήσης λιγνίτη προκαλεί μεγάλη ζημιά οικονομία της χώρας και άρα στον λαό γιατί αυτός πληρώνει τις ζημιές στην καπιταλιστική οικονομία, ενώ η ζημιά από την χρήση του λιγνίτη της στο παγκόσμιο κλίμα είναι συγκριτικά ελάχιστη. Βέβαια υπάρχουν και πολλές άλλες χώρες με μικρή ως πολύ μικρή συνεισφορά στο φαινόμενο για τις οποίες ισχύει το ίδιο, που αν όμως θεωρηθούν στο σύνολό τους, η συμβολή τους στην εκπομπή CO2 δεν είναι τόσο ασήμαντη.  Όμως εδώ πρέπει να ισχύσει η ίδια αρχή που πρέπει να ισχύει και με τον διεθνή αφοπλισμό και την κατάργηση των όπλων για να είναι αυτός δίκαιος. Πρώτα θα πρέπει οι μεγάλες – πλούσιες χώρες που η παραγωγή τους συνέβαλλε ιστορικά και συμβάλλει πολύ και σήμερα στο φαινόμενο του θερμοκηπίου και σε όλα τα άλλα περιβαλλοντικά προβλήματα παγκόσμιας κλίμακας, καθώς και ορισμένες άλλες χώρες με πολύ μεγάλη συμβολή στο φαινόμενο στον παρόντα χρόνο όπως είναι η Κίνα, να μειώσουν την ρυπογόνα παραγωγή τους μέχρι το επίπεδο των λιγότερο ρυπογόνων χωρών και μετά αυτές οι τελευταίες να προχωρήσουν σε παράλληλη μείωση με τις πρώτες έτσι που να συναντήσουν τις χώρες εκείνες με ακόμη μικρότερη συμβολή στην αλλαγή του κλίματος κοκ μέχρι την πλήρη εκμηδένιση της εκπομπής CO2 και όλων των άλλων ρύπων. Μόνον μια κυβέρνηση σαν την σημερινή ελληνική του Μητσοτάκη θα ήταν ικανή να αναποδογυρίσει αυτήν την λογική και να δηλώνει την πρώιμη κατάργηση χρήσης του λιγνίτη και το κλείσιμο όλων των θερμοηλεκτρικών σταθμών που λειτουργούν με λιγνίτη και πετρέλαιο, πράγμα που το έκανε με το αζημίωτο γιατί έχει δεσμούς συμφέροντος με εταιρείες ΑΠΕ. Η συντριπτική πλειοψηφία όμως, για να μην πούμε όλες οι περιβαλλοντικές – οικολογικές οργανώσεις παραβλέπουν ή αρνούνται αυτήν την πλευρά του ζητήματος. Οι Οικολόγοι – Πράσινοι λχ., το έτερο «πράσινο» κόμμα που κατεβαίνει στις τωρινές εκλογές κινούνται στα ίδια  πλαίσια τόσο όσον αφορά το ζήτημα του περιβάλλοντος όσο και την πρόσδεση και εξάρτηση από την ΕΕ. Επιπλέον βαρύνονται για μια τετραετία συμμετοχής στην μνημονιακή κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Το ζήτημα του περιβάλλοντος λοιπόν που είναι το ζήτημα της σχέσης της κοινωνίας με την φύση, είναι επίσης και ένα κοινωνικό ζήτημα, ένα βαθειά ταξικό ζήτημα αν και έχει και μια οικουμενική πλευρά. Αλλά και η ίδια η ταξική πάλη σήμερα έχει προοπτικά μια οικουμενική πλευρά. Όποιος σ’ αυτήν την πάλη δεν τάσσεται με την πλευρά της επαναστατικής τάξης, αντικειμενικά θα υπηρετήσει και στο ζήτημα του περιβάλλοντος το συμφέρον και την πολιτική της αντίπαλης τάξης.    

 

Είναι αλήθεια ότι οι θέσεις του ΠΚ όπως εμφανίζονται σε άλλα βασικά κείμενά του όπως κυρίως η Ιδρυτική Διακήρυξη και το Καταστατικό, φαίνονται σαν πιο αριστερές. Εκεί πχ. μιλάει η Ιδρυτική Διακήρυξη για «νεοφιλελεύθερη πλειοψηφία» στους θεσμούς της ΕΕ (το μάξιμουμ της κριτικής προς αυτήν), για παρασιτική οικονομική ολιγαρχία, για παλαιοκομματική πολιτική τάξη «θεραπαινίδα της ντόπιας και ξένης οικονομικής ολιγαρχίας», αναφέρεται στην παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας στους δανειστές και την τρόϊκα, κατά των μνημονίων, για το χρέος και για μετατροπή της Ελλάδας σε μια «ιδιότυπη ευρωπαϊκή αποικία χρέους», για απαλλαγή από το καθεστώς της ξενοκρατίας, για απαλλαγή από τον ξένο έλεγχο και επεμβάσεις. Όλα αυτά όμως έχουν μια σκοπιμότητα και είναι λόγια που δεν κοστίζουν. Αυτά δεν φέρνουν το ΠΚ να υιοθετήσει συγκεκριμένες θέσεις κατά της ΕΕ (που αντίθετα την υποστηρίζει), κατά της πληρωμής του χρέους, κατά των ΗΠΑ – ΝΑΤΟ και ξένων βάσεων, υπέρ συγκεκριμένης κατεύθυνσης μάχης κατά της «οικονομικής ολιγαρχίας». Ταυτόχρονα αναδείχνει και πάλι τον εθνικισμό της υποτέλειας αλλά και αφέλεια, μιλώντας για «ισχυρή Ελλάδα με κεφαλαιοποίηση των γεωπολιτικών δεδομένων από τα οποία αναβαθμίζεται η αξία της». Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ακριβώς στις προγραμματικές θέσεις που είναι οι θέσεις με τις οποίες κατεβαίνει στις εκλογές, δηλαδή αυτές με τις οποίες απευθύνεται στους ψηφοφόρους, επιλέγει σχεδόν να απαλείψει την όποια αριστερή φρασεολογία. Αν σκεφτούμε πως ένα άλλο «πράσινο κίνημα» στο παρελθόν, αυτό του ΠΑΣΟΚ του Α. Παπανδρέου, με ασύγκριτα μεγαλύτερη δυναμική μιλούσε με πολύ πιο αριστερά λόγια (κλείσιμο των αμερικάνικων βάσεων, όχι στην ΕΟΚ), για σοσιαλισμό και για Μαρξ και που κατέληξε (που ήταν δηλαδή προδιαγεγραμμένο από την αρχή που θα καταλήξει), βλέπουμε πως εν προκειμένω με ευκολία μπορούμε να αναγνωρίσουμε πως πρόκειται για έναν σχηματισμό στο πλαίσιο του συστήματος της εκμετάλλευσης και υποτέλειας. Το «φόρεμα» της οικολογίας είναι η συγκεκριμένη μορφή παρουσίασης αυτού του περιεχομένου για να το κάνει ελκυστικό απέναντι σε μια κατηγορία ανθρώπων, ιδιαίτερα νέων και άπειρων πολιτικά.